Τρεις διαφορετικές ματιές φωτίζουν το ίδιο πρόβλημα: γιατί επιμένουμε να οδηγούμε επικίνδυνα;
Η δημοσιογράφος του policenet.gr, Κέλλυ Σαουάχ-Μαραγκουδάκη σε ένα εκτενές ρεπορτάζ, ρίχνει «φως» στα πιο συχνά και επικίνδυνα λάθη που γίνονται καθημερινά στους δρόμους — λάθη που, αν και γνωστά, συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται με τραγικές συνέπειες.
Διαβάστε επίσης
Μέσα από τις μαρτυρίες και την εμπειρία ανθρώπων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της οδικής πραγματικότητας, αναδεικνύονται όχι μόνο οι παραβάσεις που οδηγούν σε τροχαία ατυχήματα, αλλά και η βαθύτερη νοοτροπία που τα γεννά.
Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε — αλλά ότι επιλέγουμε να οδηγούμε σαν να μη μας αφορά.
Ο δικαστικός πραγματογνώμονας-αναλυτής τροχαίων ατυχημάτων Λουκάς Στέργιου, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με τις πιο σκληρές συνέπειες της ασφάλτου — σοβαρούς τραυματισμούς και ανθρώπινες απώλειες. Από την άλλη, ο σύμβουλος οδικής ασφάλειας και ειδικός ασφαλούς οδήγησης Χρήστος Γιαννούκας επιχειρεί να αναλύσει τι συμβαίνει στο μυαλό του οδηγού τη στιγμή της απόφασης. Και ο εκπαιδευτής οδηγών και κυκλοφοριακής αγωγής, πιστοποιημένος εκπαιδευτής ενηλίκων, Θωμάς Σακελλαρίου, καταγράφει την καθημερινή εικόνα των δρόμων και τις νοοτροπίες που τη διαμορφώνουν.
Τρεις διαφορετικές οπτικές, που συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα λάθη είναι γνωστά — αλλά συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται.
Τα τροχαία δεν είναι «τυχαία»
Η εικόνα είναι σχεδόν πάντα η ίδια. Υπερβολική ταχύτητα, κυρίως μέσα στην πόλη και τις νυχτερινές ώρες. Παραβίαση STOP και φωτεινών σηματοδοτών. Οδήγηση στο αντίθετο ρεύμα. Αλκοόλ. Κόπωση — ακόμη και υπνηλία, ιδιαίτερα σε επαγγελματίες οδηγούς.
Πίσω από τα πιο σοβαρά τροχαία, εκεί όπου υπάρχουν βαρείς τραυματισμοί ή απώλειες ζωής, επαναλαμβάνεται ένα σταθερό μοτίβο. «Δυστυχώς, τα πιο σημαντικά αίτια πρόκλησης των εν λόγω τροχαίων ατυχημάτων είναι η υπερβολική ταχύτητα (ειδικότερα εντός πόλεως και κατά τις νυχτερινές ώρες), η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη και του σήματος STOP, η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η κατανάλωση αλκοόλ και τέλος η κούραση και η υπνηλία ειδικότερα σε επαγγελματίες οδηγούς (βλ. οδηγούς φορτηγών, κ.λπ.)», επισημαίνει ο δικαστικός πραγματογνώμονας Λουκάς Στέργιου.
Παράλληλα, στον δρόμο εκδηλώνεται και μια πιο «αθόρυβη» αλλά εξίσου επικίνδυνη πραγματικότητα: η έλλειψη ενσυναίσθησης. Όπως εξηγεί ο σύμβουλος οδηγικής συμπεριφοράς, η οδήγηση αποτελεί ένα σύνθετο ανθρώπινο σύστημα, όπου η απόφαση δεν καθορίζεται μόνο από μια βασική γνώση, αλλά από την αντίληψη κινδύνου, τον τρόπο σκέψης και τη λειτουργία του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή.
Επίσης, «οι οδηγοί αντιμετωπίζουν συχνά τους άλλους ως εμπόδια και όχι ως ανθρώπους. Αυτή η νοοτροπία οδηγεί σε επιθετική οδήγηση, σε μη τήρηση αποστάσεων, σε βιαστικές προσπεράσεις και, φυσικά, στην απόσπαση προσοχής. Το πιο επικίνδυνο λάθος, λοιπόν, είναι η αποπροσωποποίηση της οδήγησης, η οποία μετατρέπει τον δρόμο σε πεδίο μάχης αντί για έναν κοινό χώρο που απαιτεί συνεργασία και σεβασμό», προσθέτει ο δάσκαλος οδήγησης Θωμάς Σακελλαρίου.
Η μη τήρηση αποστάσεων, οι βιαστικές προσπεράσεις και η απόσπαση προσοχής δεν είναι απλώς κακές συνήθειες. Είναι επιλογές που αυξάνουν δραματικά την πιθανότητα ενός ατυχήματος.
Η ψευδαίσθηση του ελέγχου
Παρά το γεγονός ότι ο κίνδυνος είναι γνωστός, η συμπεριφορά δεν αλλάζει ουσιαστικά.
Η βασική αιτία φαίνεται να είναι η διαφορά ανάμεσα στη γνώση και την κατανόηση. «Είναι διαφορετικό να γνωρίζεις ότι κάτι είναι επικίνδυνο και εντελώς διαφορετικό να το κατανοείς σε βάθος», εξηγεί ο σύμβουλος οδικής ασφάλειας Χρήστος Γιαννούκας.
«Η χειρότερη μορφή άγνοιας είναι η ψευδαίσθηση ότι γνωρίζεις», προσθέτει.
Η επανάληψη μιας επικίνδυνης συμπεριφοράς χωρίς άμεση συνέπεια δημιουργεί την αίσθηση ότι όλα είναι υπό έλεγχο. «Δημιουργείται η ψευδαίσθηση ελέγχου και ο οδηγός πιστεύει ότι μπορεί να διαχειριστεί κάθε κατάσταση», σημειώνει.
Στην πραγματικότητα, όμως, η οδήγηση είναι ένα σύνθετο σύστημα. «Η ταχύτητα επηρεάζει την απόσταση ακινητοποίησης, περιορίζει το οπτικό πεδίο και μεταβάλλει τον χρόνο αντίδρασης», υπογραμμίζει ο ίδιος.
Παράλληλα, όταν η παραβατικότητα γίνεται καθημερινότητα, παύει να θεωρείται εξαίρεση και ενσωματώνεται ως φυσιολογική συμπεριφορά.
«Σε μένα δεν θα συμβεί»
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το προφίλ πολλών τροχαίων. Νεαροί οδηγοί εμπλέκονται συχνά σε ατυχήματα, ιδιαίτερα κατά τις νυχτερινές ώρες, ενώ σε περιπτώσεις με πεζούς εμφανίζεται συχνά ο συνδυασμός ηλικιωμένων και νέων οδηγών.
«Σε αρκετά ατυχήματα, ειδικά τη νύχτα, εμπλέκονται νεαροί οδηγοί», ενημερώνει ο κ. Στέργιου, ενώ αναφέρεται και σε περιστατικά με ανήλικους που οδηγούν χωρίς δίπλωμα και χωρίς κράνος.
Η αίσθηση ότι «σε εμένα δεν θα συμβεί» δεν είναι τυχαία. «Η χειρότερη μορφή άγνοιας είναι η ψευδαίσθηση ότι γνωρίζεις. Όταν ο άνθρωπος θεωρεί ότι έχει κατανοήσει τον κίνδυνο χωρίς να τον έχει βιώσει ή να τον έχει αναλύσει σε βάθος, τότε δημιουργείται μια στρεβλή αίσθηση ασφάλειας. Υπάρχει επίσης μια φυσική τάση αισιοδοξίας, όπου ο κίνδυνος τοποθετείται έξω από τον εαυτό. Τα δυσάρεστα γεγονότα θεωρούνται πιο πιθανά για τους άλλους παρά για τον ίδιο», εξηγεί ο κ. Γιαννούκας.
Τα όρια αυτά δεν είναι μόνο του οχήματος ή του δρόμου, αλλά και του ίδιου του ανθρώπου — της αντίληψης, της προσοχής και του χρόνου αντίδρασης.
Ο φόβος δεν αρκεί
Η αυστηροποίηση των ποινών έχει συμβάλει σε μια μερική μείωση των τροχαίων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις οδήγησης μετά από κατανάλωση αλκοόλ.
«Ακόμη και μικρή κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να έχει σοβαρές ποινικές συνέπειες σε περίπτωση τροχαίου», τονίζεται από τον έμπειρο κ. Στέργιου.
Σύμφωνα με τον κ. Γιαννούκα, η αλλαγή αυτή δεν φαίνεται να είναι ουσιαστική. «Ο φόβος της κύρωσης δεν αρκεί για βαθιά και μόνιμη αλλαγή».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Σακελλαρίου παρατηρεί ότι η συμμόρφωση είναι συχνά προσωρινή.
«Η παρατήρησή μου είναι ότι η αλλαγή είναι κυρίως επιφανειακή και βραχύβια. Ο φόβος του προστίμου λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για ένα διάστημα, αλλά δεν αλλάζει τη ρίζα του προβλήματος, που είναι η νοοτροπία. Για να υπάρξει πραγματική αλλαγή, χρειαζόμαστε μια ολιστική προσέγγιση: αυστηρή εφαρμογή του νόμου, αλλά ταυτόχρονα εντατική και συνεχή κυκλοφοριακή αγωγή από μικρή ηλικία».
Η οδήγηση είναι στάση ζωής
Η εκπαίδευση ενός οδηγού δεν ολοκληρώνεται με την απόκτηση του διπλώματος. Η πραγματική συμπεριφορά διαμορφώνεται στην καθημερινότητα.
«Η πραγματική διαμόρφωση του οδηγού γίνεται μετά τη σχολή, μέσα από την καθημερινή εμπειρία», επισημαίνει ο κ. Σακελλαρίου.
Ωστόσο, η πίεση του χρόνου, η μίμηση κακών προτύπων και η αίσθηση ανωνυμίας πίσω από το τιμόνι οδηγούν σε εγκατάλειψη των σωστών πρακτικών. «Το φλας είναι μια πράξη επικοινωνίας και σεβασμού προς τον άλλο οδηγό», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ευθύνη, όχι προνόμιο
Το δίπλωμα οδήγησης δεν είναι μια τυπική διαδικασία. «Είναι ένα προνόμιο που συνοδεύεται από τεράστια ευθύνη», υπογραμμίζει ο δάσκαλος οδήγησης.
Η ικανότητα οδήγησης δεν αφορά μόνο τον χειρισμό του οχήματος, αλλά και τη σωματική και ψυχολογική κατάσταση του οδηγού.
Οι απλές κινήσεις που σώζουν ζωές
Σύμφωνα με τον δικαστικό πραγματογνώμονα, αν περισσότεροι οδηγοί και επιβάτες φορούσαν ζώνη ασφαλείας, θα είχαμε λιγότερους τραυματισμούς.
Αντίστοιχα, η χρήση κράνους αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσης. «Αν όλοι οι οδηγοί δικύκλων φορούσαν ως όφειλαν ένα αξιόπιστο προστατευτικό κράνος ασφαλείας και κάποιον επιπρόσθετο προστατευτικό εξοπλισμό (βλ. μπουφάν, γάντια, κ.λπ.) τότε οι πιθανότητες επιβίωσης μετά από εμπλοκή σε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα θα αυξάνονταν κατακόρυφα!», καταλήγει.
Συμπεράσματα
Το πρόβλημα στους δρόμους δεν είναι άγνωστο. Είναι γνώριμο — και γι’ αυτό πιο επικίνδυνο.
Δεν πρόκειται μόνο για παραβάσεις, αλλά για στάση απέναντι στην οδήγηση και, τελικά, απέναντι στη ζωή.
Πίσω από αυτές τις επικίνδυνες συμπεριφορές δεν βρίσκεται ένας μόνο παράγοντας, αλλά ένας συνδυασμός εσωτερικών και εξωτερικών επιδράσεων, με βασικό πυρήνα τη στρεβλή αντίληψη του ελέγχου και των ορίων.
Η ταχύτητα, η επίδειξη και το ρίσκο συχνά δεν σχετίζονται μόνο με τη μετακίνηση, αλλά με την ανάγκη επιβεβαίωσης. Ο άνθρωπος επιδιώκει να νιώσει ικανός, δυνατός, κυρίαρχος της κατάστασης. Όταν όμως αυτή η ανάγκη εκφράζεται μέσα από την οδήγηση, χωρίς επίγνωση και αυτορρύθμιση, τότε μετατρέπεται σε επικίνδυνη συμπεριφορά.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων και η υποεκτίμηση του κινδύνου. Ο οδηγός πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει το όχημα σε κάθε συνθήκη, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι ο δρόμος είναι ένα δυναμικό και απρόβλεπτο περιβάλλον.
Παράλληλα, υπάρχει ελλιπής κατανόηση των πραγματικών ορίων. Όταν αυτά δεν είναι ξεκάθαρα, το ρίσκο δεν γίνεται αντιληπτό ως ρίσκο, αλλά ως «έλεγχος».
Σημαντική είναι και η επίδραση των προτύπων, καθώς η επιθετικότητα ή η ταχύτητα συχνά παρουσιάζονται λανθασμένα ως ένδειξη ικανότητας.
Επιπλέον, η συναισθηματική κατάσταση επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά. Η ένταση, ο θυμός και η πίεση χρόνου οδηγούν σε πιο παρορμητικές και επικίνδυνες αποφάσεις.
Συμπερασματικά, η οδική ασφάλεια δεν είναι απλώς μια υποχρέωση — είναι κοινωνική ευθύνη.
Γιατί ο πραγματικά ικανός οδηγός δεν είναι αυτός που ρισκάρει, αλλά αυτός που γνωρίζει τα όριά του — και επιλέγει συνειδητά να τα σέβεται.