Ο επίτιμος Υπαρχηγός - Αντιστράτηγος ε.α. της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Ιωάννης Ραχωβίτσας με πολυετή εμπειρία στον τομέα της Δίωξης Ναρκωτικών, τοποθετείται για τη σύγχρονη εξάπλωση της κοκαΐνης.
Μέσα από την πορεία του στο πεδίο, αναλύει τη σημερινή «έκρηξη» της συγκεκριμένης ουσίας και τους κινδύνους που αυτή εγκυμονεί, ιδιαίτερα για τους νέους, ενώ παράλληλα προχωρά σε μια ουσιαστική σύγκριση με τη δεκαετία του ’90, αναδεικνύοντας τις διαφορές τόσο στην έκταση του φαινομένου όσο και στο προφίλ των χρηστών και στον τρόπο διάδοσης της κοκαΐνης σήμερα.
Συνέντευξη στην Κέλλυ Σαουάχ-Μαραγκουδάκη
Εσείς που ζήσατε από κοντά τη «μάστιγα» της ηρωίνης τη δεκαετία του ’90, βλέπετε σήμερα αντίστοιχα χαρακτηριστικά στην εξάπλωση της κοκαΐνης ή πρόκειται για ένα διαφορετικό φαινόμενο;
Η εμπειρία από τη δεκαετία του ’90, όταν η ηρωίνη είχε πραγματικά χαρακτηριστικά επιδημίας, δείχνει ότι πρόκειται για διαφορετικές φάσεις του ίδιου προβλήματος, αλλά όχι για ταυτόσημα φαινόμενα. Τότε είχαμε μια εικόνα έντονης δημόσιας ορατότητας, με τη χρήση να είναι πιο «σκληρή» και συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένες ομάδες και περιοχές.
Σήμερα, η κοκαΐνη εξαπλώνεται με διαφορετικό τρόπο. Είναι πιο «κρυφή», πιο κοινωνικά αποδεκτή σε ορισμένα περιβάλλοντα και συχνά συνδέεται με έναν τρόπο ζωής που δεν παραπέμπει άμεσα σε εξάρτηση.
Σήμερα παρατηρείται μια έκρηξη σε αυτό που λέμε χρήση κοκαΐνης, με τη σημαντική διαφορά ότι τη συναντούμε σε πολύ νεαρότερες ηλικίες σε σχέση με τη δεκαετία του ’90 όπου εγώ υπηρετούσα στη Δίωξη Ναρκωτικών. Ενώ τότε η επαφή με την ηρωίνη ξεκινούσε κυρίως γύρω στα 15–16 έτη, σήμερα βλέπουμε περιστατικά ακόμη και πριν την εφηβεία, δηλαδή σε παιδιά Γυμνασίου 12–13 ετών.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η κατάσταση έχει γίνει συνολικά πιο επικίνδυνη, καθώς δεν υπάρχει καμία σαφής εικόνα για το τι ακριβώς περιέχουν αυτές οι ουσίες. Συχνά δεν γνωρίζουμε ούτε την προέλευσή τους ούτε τα πρόσθετα που έχουν χρησιμοποιηθεί ως «συνδυαστικά» ή νοθευτικά στοιχεία, κάτι που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για τους χρήστες.
Σε σχέση με τη δεκαετία του ’90, έχει αλλάξει το προφίλ του χρήστη ναρκωτικών σήμερα;
Η κουλτούρα είναι τελείως διαφορετική σε σχέση με τη δεκαετία του ’90. Τότε μιλούσαμε για ναρκωτικές ουσίες με πιο «κλασική» μορφή χρήσης και συγκεκριμένα προφίλ εξάρτησης. Σήμερα, στην πραγματικότητα, δεν μιλάμε απλώς για ναρκωτικά όπως τα ξέραμε, αλλά για χημικές ουσίες, με άγνωστη σύσταση και συχνά αμφίβολη προέλευση.
Οπότε, σε σχέση με το παρελθόν, έχει αλλάξει ριζικά το προφίλ του χρήστη. Δεν είναι μόνο διαφορετική η ηλικία ή ο τρόπος έναρξης της χρήσης, αλλά και η ίδια η φύση των ουσιών και το περιβάλλον μέσα στο οποίο γίνεται η χρήση.
Οι σημερινές ουσίες, λόγω της χημικής τους σύστασης και των επικίνδυνων προσμείξεων, οδηγούν σε πιο έντονες εξαρτήσεις και συχνά σε πιο επιθετικές και απρόβλεπτες συμπεριφορές, κάτι που κάνει το φαινόμενο ακόμη πιο σύνθετο και επικίνδυνο σε σχέση με το παρελθόν.
Ποιες είναι οι πιο «ύπουλες» παγίδες που κρύβει η σύγχρονη μορφή χρήσης ναρκωτικών για τους νέους σε σχέση με το παρελθόν;
Οι μεγαλύτερες παγίδες σήμερα σχετίζονται κυρίως με τον τρόπο που προβάλλονται οι ουσίες ως «μόδα».
Με διάφορα σκευάσματα και παραπλανητική προβολή, η κοκαΐνη και ιδιαίτερα η λεγόμενη «ροζ κοκαΐνη» λανσάρονται ως κάτι ξεχωριστό και υποτιθέμενα πιο «ποιοτικό» ή «πολυτελές», δημιουργώντας μια ψευδή εντύπωση ασφάλειας ή ανωτερότητας.
Έτσι, πολλά νέα παιδιά πέφτουν θύματα αυτής της εικόνας, χωρίς να γνωρίζουν τι πραγματικά καταναλώνουν, και συχνά καταλήγουν να πληρώνουν ακόμη και τριπλάσιες τιμές για ουσίες αμφίβολης σύστασης και προέλευσης.
Πόσο εύκολη είναι σήμερα η πρόσβαση στα ναρκωτικά, ιδιαίτερα για ανηλίκους, και ποιοι είναι οι βασικοί δίαυλοι διακίνησης που χρησιμοποιούνται πλέον;
Δυστυχώς, σήμερα η πρόσβαση στα ναρκωτικά είναι πολύ πιο εύκολη σε σχέση με το παρελθόν. Πολλά νέα παιδιά εντάσσονται ή έρχονται σε επαφή με παραβατικές ομάδες, μέσα από τις οποίες μπορούν να βρουν ναρκωτικές ουσίες με μεγάλη ευκολία.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει και το διαδίκτυο. Πλέον, η αναζήτηση και η προμήθεια ουσιών μπορεί να γίνει πολύ πιο άμεσα, ενώ υπάρχει και η διάσταση του λεγόμενου «σκοτεινού διαδικτύου» (dark web), όπου η διακίνηση γίνεται με ακόμη πιο οργανωμένο και δύσκολα ανιχνεύσιμο τρόπο.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η πρόσβαση στα ναρκωτικά έχει γίνει πιο εύκολη και πιο επικίνδυνη, ιδιαίτερα για τους ανηλίκους..
Η εμπειρία σας από το πεδίο δείχνει ότι η μάχη κατά των ναρκωτικών κερδίζεται ή χάνεται;
Αν τα προηγμένη κράτη δεν αντιδράσουν συντονισμένα και δεν πάρουν σοβαρά το ζήτημα, η κατάσταση κινδυνεύει να ξεφύγει.
Βλέπουμε συχνά περιστατικά που έρχονται στη δημοσιότητα, απασχολούν για λίγες ημέρες και στη συνέχεια ουσιαστικά «χάνονται» από την επικαιρότητα, χωρίς να υπάρχει συνέχεια ή ουσιαστική θεσμική αντιμετώπιση.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πρόβλημα. Η αντιμετώπιση των ναρκωτικών δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή επικοινωνιακή. Απαιτείται ουσιαστική και συντονισμένη δουλειά στην πρόληψη και στην καταστολή, με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων υπουργείων — Δικαιοσύνης, Προστασίας του Πολίτη, αλλά και του Υπουργείου Αθλητισμού, καθώς η πρόληψη ξεκινά και από τον χώρο των νέων και της κοινωνικής δραστηριότητας.
Αν το ελληνικό κράτος δεν αντιδράσει συνολικά και οργανωμένα, υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα φαινόμενα να παγιωθούν και να γίνουν μέρος της καθημερινότητας, κάτι που θα τα καταστήσει ακόμη πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμα στο μέλλον.
Ποιο είναι το μήνυμα σας προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς;
Το μήνυμά μου προς τους γονείς, αλλά και προς τους εκπαιδευτικούς, είναι ότι χρειάζεται συνεχής και υπεύθυνη ενημέρωση από ανθρώπους που γνωρίζουν το αντικείμενο, με συνέπεια και σοβαρότητα.
Οι γονείς πρέπει να έχουν ουσιαστική επαφή με τα παιδιά τους, να παρατηρούν αλλαγές στη συμπεριφορά τους και να καλλιεργούν σχέση εμπιστοσύνης, ώστε το παιδί να μπορεί να μιλήσει ανοιχτά. Αντίστοιχα, οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να διατηρούν στενή σχέση με τους μαθητές, καθώς το σχολείο παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.
Ιδιαίτερα τα παιδιά του γυμνασίου, στον 21ο αιώνα, αποτελούν την πιο ευάλωτη ηλικιακή ομάδα και γι’ αυτό χρειάζονται ακόμη περισσότερη προσοχή, καθοδήγηση και υποστήριξη τόσο από την οικογένεια όσο και από το σχολικό περιβάλλον.