Του ΝΤΑΗ Νικολάου, αντιπροσώπου της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Τρικάλων στην ΠΟΑΣΥ
Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει ένα από τα πλέον πολυεπίπεδα συστήματα βαθμών διεθνώς. Η ιεραρχική της δομή περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό διακριτών βαθμίδων, από τον κατώτερο αστυνομικό έως την ανώτατη ηγεσία, με πληθώρα ενδιάμεσων βαθμών, τόσο στους αξιωματικούς όσο και στο κατώτερο προσωπικό.
Διαβάστε επίσης
Η πολυβαθμία της Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κληρονομιά παλαιότερων διοικητικών προτύπων, επηρεασμένων από το βαθμολόγιο των ενόπλων δυνάμεων. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν είναι αν η ιεραρχία είναι αναγκαία –καθώς κάθε αστυνομικός οργανισμός οφείλει να λειτουργεί ιεραρχικά– αλλά αν ο σημερινός αριθμός βαθμίδων ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες μιας σύγχρονης αστυνομίας.
Η ανάγκη για έναν σύγχρονο ανασχεδιασμό του βαθμολογίου της Ελληνικής Αστυνομίας είναι πλέον εμφανής. Η αστυνόμευση του 21ου αιώνα απαιτεί οργανωτικές δομές ευέλικτες, λειτουργικές και προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του αστυνομικού έργου. Ένα βαθμολόγιο που βασίζεται σε πρότυπα στρατιωτικού τύπου και λειτουργεί ουσιαστικά ως πιστό αντίγραφο στρατιωτικής ιεραρχίας δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες ενός σύγχρονου αστυνομικού οργανισμού, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί σύνθετα κοινωνικά αστικά φαινόμενα, να συνεργάζεται διαρκώς με πολιτικούς και δικαστικούς φορείς και να λειτουργεί σε περιβάλλον αυξημένης λογοδοσίας και διαφάνειας.
Η χρήση στρατιωτικής ορολογίας στους ανώτατους βαθμούς της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως ο ταξίαρχος, ο υποστράτηγος και ο αντιστράτηγος, δυσχεραίνει την κατανόηση της διοικητικής δομής από τους πολίτες και ενισχύει την εικόνα ενός οργανισμού με στρατιωτικά χαρακτηριστικά, αντί μιας σύγχρονης, πολιτικής υπηρεσίας ασφάλειας. Η Ελληνική Αστυνομία δεν αποτελεί ένοπλη δύναμη με πολεμική αποστολή, αλλά δημόσια υπηρεσία ασφάλειας με έντονο κοινωνικό και θεσμικό ρόλο. Συνεπώς, το βαθμολόγιό της οφείλει να αποτυπώνει πρωτίστως τις πραγματικές διοικητικές και επιχειρησιακές ευθύνες, σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων και ουσιαστική σύνδεση των βαθμών με το αντικείμενο και την ευθύνη της θέσης που κάθε στέλεχος καλείται να υπηρετήσει.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο κατώτερο προσωπικό του Σώματος, όπου παρατηρείται υπερβολικός κατακερματισμός βαθμών. Συγκεκριμένα, υφίστανται έως και δώδεκα διαφορετικοί βαθμοί, από τον βαθμό του ειδικού φρουρού έως τον βαθμό του υπαστυνόμου, λαμβανομένων υπόψη και των μισθολογικών και υπηρεσιακών κλιμακίων. Παρά το πλήθος αυτό των βαθμίδων, οι αστυνομικοί που φέρουν τους συγκεκριμένους βαθμούς εκτελούν, στην πράξη, κατά κανόνα τα ίδια καθήκοντα, με εξαίρεση τους ανακριτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι επιτελούν επιπλέον και καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας.
Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι να παρατηρείται το φαινόμενο πληρώματα περιπολικών να στελεχώνονται από ανθυπαστυνόμους, υπαστυνόμους, αστυφύλακες και ειδικούς φρουρούς σε κάθε πιθανό συνδυασμό, ενώ καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας να εκτελούνται συχνά από αστυφύλακες. Παράλληλα, συναντάται το φαινόμενο υπαστυνόμοι να υπηρετούν ως μέλη πληρωμάτων περιπολικών, σκοποί σε αστυνομικά τμήματα να είναι ανθυπαστυνόμοι, ενώ διμοιρίες και επιχειρησιακές ομάδες (όπως ΟΠΚΕ, ΔΙ.ΑΣ. κ.ά.) να απαρτίζονται από ειδικούς φρουρούς, αστυφύλακες, ανθυπαστυνόμους και υπαστυνόμους, με επικεφαλής συνήθως αξιωματικό βαθμού αστυνόμου. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι η ύπαρξη τόσων βαθμών δεν αντανακλά αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καθηκόντων ή επιπέδων ευθύνης.
Για μια πραγματικά σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία προτείνεται:
1. Σύγχρονο και ενιαίο βαθμολόγιο
Θέσπιση ενιαίας μισθολογικής κατηγορίας για όλο το προσωπικό και κατάργηση της απευθείας εισαγωγής αξιωματικών μέσω πανελλαδικών εξετάσεων. Προτείνεται ενιαία βαθμολογική εξέλιξη ως εξής:
– Αστυφύλακας (άπαντες ανακριτικοί υπάλληλοι)
– Αρχιφύλακας (με εξετάσεις μετά από πέντε έτη ή αυτοδίκαια μετά από δέκα έτη υπηρεσίας)
– Υπαστυνόμος (με εξετάσεις μετά από πέντε έτη στον βαθμό του αρχιφύλακα και φοίτηση στη Σχολή Αξιωματικών)
– Αστυνόμος (μετά από πέντε έτη)
– Υποδιευθυντής (με εξετάσεις μετά από πέντε έτη στον βαθμό του αστυνόμου και φοίτηση σε Σχολή Ανώτερων Αξιωματικών η οποία να ιδρυθεί)
– Διευθυντής (μετά από πέντε έτη)
– Γενικός Διευθυντής (μετά από πέντε έτη)
– Επιθεωρητής (μετά από πέντε έτη – καταληκτικός βαθμός)
Από τον βαθμό του Επιθεωρητή θα γίνεται, κατόπιν κρίσεων, η επιλογή του Αρχηγού και των Υπαρχηγών του Σώματος, χωρίς να οδηγούνται σε πρόωρη αποστρατεία ανώτατοι αξιωματικοί λόγω τυπικής αρχαιότητας. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται το φαινόμενο της αποστρατείας στελεχών σε ιδιαίτερα παραγωγική ηλικία, με τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό συνεπάγεται τόσο για τους ίδιους όσο και για τα ασφαλιστικά ταμεία.
2. Ενιαία εκπαίδευση
Πρέπει επιτέλους να σταματήσει η αντιπαράθεση μεταξύ συνδικαλιστικών ενώσεων σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής στην Ελληνική Αστυνομία και η διαμόρφωση κοινού αιτήματος για ενιαία εκπαίδευση. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ότι κάθε αστυνομικός, ανεξαρτήτως τρόπου εισαγωγής, θα λαμβάνει την ίδια βασική και επαγγελματική εκπαίδευση και θα εξέρχεται από τις σχολές με κοινό επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Δεν είναι θεσμικά αποδεκτό αστυνομικοί που εκτελούν τα ίδια ή απολύτως συναφή καθήκοντα –είτε φέρουν τον τίτλο του αστυφύλακα, είτε του ειδικού φρουρού, είτε οποιαδήποτε άλλη ονομασία επιλέγεται κάθε φορά από την πολιτεία– να έχουν διαφορετική αρχική και υπηρεσιακή εκπαίδευση. Το φαινόμενο αυτό δεν στηρίζεται σε πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες, δημιουργεί ανομοιογένεια στην κατάρτιση στελεχών που καλούνται να ανταποκριθούν στο ίδιο αντικείμενο εργασίας και συνιστά ουσιαστική διάκριση, υπονομεύοντας την αρχή της ισοτιμίας στο εσωτερικό του οργανισμού και δυσχεραίνοντας τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής κουλτούρας. Αναδεικνύεται, συνεπώς, η ανάγκη για έναν ενιαίο και σύγχρονο πυρήνα εκπαίδευσης, προσαρμοσμένο στα πραγματικά καθήκοντα της σύγχρονης αστυνόμευσης.
3. Μέσα και Υλικοτεχνικός Εξοπλισμός
Ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει να τεθεί στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της Ελληνικής Αστυνομίας αφορά τη διάθεση των εσόδων από τις βεβαιωμένες παραβάσεις. Σήμερα, σημαντικό μέρος των σχετικών εσόδων κατευθύνεται στους δήμους, χωρίς άμεση σύνδεση με την ενίσχυση των υποδομών και των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Αστυνομίας. Η πρόβλεψη ενός ειδικού, διαφανώς διαχειριζόμενου ταμείου, στο οποίο θα κατευθύνεται μέρος των εσόδων αυτών αποκλειστικά για τον εκσυγχρονισμό της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως αντιστοίχως γίνεται με τα έσοδα από δικαστικές δαπάνες, παράβολα και πρόστιμα, όπου το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων κατευθύνεται για την συντήρηση του δικαστικού συστήματος (κτίρια, υλικοτεχνική υποδομή, λειτουργικές ανάγκες), θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση των κτιριακών εγκαταστάσεων, στην ανανέωση του στόλου οχημάτων και στην προμήθεια σύγχρονου επιχειρησιακού και τεχνολογικού εξοπλισμού.
Μια τέτοια ρύθμιση θα ενίσχυε τη βιωσιμότητα των επενδύσεων στον τομέα της δημόσιας ασφάλειας, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ ταυτόχρονα θα διασφάλιζε ότι τα έσοδα από την επιβολή της νομοθεσίας επιστρέφουν, με μετρήσιμο τρόπο, στην ίδια την ποιότητα της αστυνόμευσης.
Μία σύγχρονη Αστυνομία χρειάζεται λιγότερους βαθμούς με σαφείς αρμοδιότητες, ενιαία εκπαίδευση και ανανέωση υποδομών, ώστε να μπορεί να υπηρετεί τους πολίτες με αποτελεσματικότητα και διαφάνεια.