Η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Γρεβενών εκφράζει την αμέριστη συμπαράσταση και την έμπρακτη αλληλεγγύη της προς τους δύο συναδέλφους της Ο.Π.Κ.Ε. Αργολίδας, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρότατες ποινικές και υπηρεσιακές συνέπειες, εξαιτίας περιστατικού που συνέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Πρόκειται για δύο οικογενειάρχες αστυνομικούς, οι οποίοι κλήθηκαν να διαχειριστούν ένα εξαιρετικά δύσκολο και επικίνδυνο συμβάν, κατά την προσπάθειά τους να ακινητοποιήσουν και να συλλάβουν άτομο που δεν συμμορφωνόταν στις υποδείξεις τους. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αναγκάστηκαν να λάβουν αποφάσεις υπό συνθήκες μεγάλης έντασης, πίεσης και αυξημένου κινδύνου, όπως άλλωστε συμβαίνει καθημερινά σε εκατοντάδες συναδέλφους μας σε ολόκληρη τη χώρα.
Η Ένωσή μας στέκεται παράλληλα στο πλευρό της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αργολίδας και στηρίζει τον αγώνα της για την υπεράσπιση των μελών της, την ανάδειξη των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες εκτυλίχθηκε το περιστατικό και τη διασφάλιση μιας δίκαιης, αντικειμενικής και ανεπηρέαστης δικαστικής κρίσης.
Η απόφαση για την προσωρινή κράτηση των δύο συναδέλφων μας προκαλεί έντονο προβληματισμό και εύλογη ανησυχία στο σύνολο της αστυνομικής οικογένειας. Χωρίς σε καμία περίπτωση να αμφισβητούμε τον θεσμικό ρόλο και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, επισημαίνουμε ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν οι αστυνομικοί στον δρόμο πρέπει να συνεκτιμώνται ουσιαστικά σε κάθε στάδιο της δικαστικής διερεύνησης.
Οι συνάδελφοί μας είναι κατηγορούμενοι και όχι ένοχοι. Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να κάμπτεται ούτε να υποχωρεί υπό το βάρος της δημοσιότητας, της τηλεοπτικής πίεσης ή της ανάγκης για άμεση επικοινωνιακή διαχείριση ενός σοβαρού περιστατικού.
Δυστυχώς, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης και πριν αξιολογηθούν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, παρακολουθούμε για ακόμη μία φορά να εξελίσσεται μία ιδιότυπη δημόσια δίκη. Τηλεοπτικά πάνελ, σχολιαστές και αυτόκλητοι κριτές διατυπώνουν βεβαιότητες και αποδίδουν ευθύνες, χωρίς να διαθέτουν πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών, των επιχειρησιακών δεδομένων και των συνθηκών κινδύνου που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Ανάλογη θεσμική αυτοσυγκράτηση οφείλουν να επιδεικνύουν πολιτικά πρόσωπα, υπηρεσιακοί παράγοντες και όσοι, λόγω της προηγούμενης ή σημερινής ιδιότητάς τους, γνωρίζουν ότι μία δημόσια τοποθέτηση μπορεί να επηρεάσει το κλίμα γύρω από μια εκκρεμή δικαστική υπόθεση.
Η ενοχή ή η αθωότητα οποιουδήποτε ανθρώπου κρίνεται αποκλειστικά από τα αρμόδια δικαστικά όργανα, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας και των κανόνων της ποινικής διαδικασίας. Κανένας αστυνομικός δεν πρέπει να καταδικάζεται εκ των προτέρων στα μέσα ενημέρωσης ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το συγκεκριμένο περιστατικό, ωστόσο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μεμονωμένο γεγονός. Έρχεται να προστεθεί σε σειρά αντίστοιχων υποθέσεων των τελευταίων ετών, στις οποίες αστυνομικοί που ενεπλάκησαν σε ιδιαίτερα επικίνδυνες επιχειρήσεις βρέθηκαν στη συνέχεια μόνοι τους, αντιμέτωποι με έναν μακροχρόνιο προσωπικό, οικογενειακό, οικονομικό και δικαστικό Γολγοθά.
Την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση περιορίζεται συνήθως στην απόδοση ευθυνών στους αστυνομικούς που επιχείρησαν, ενώ παραμένει στο περιθώριο το κρίσιμο ερώτημα: με ποια μέσα, με ποια εκπαίδευση και με ποιο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο καλούνται οι αστυνομικοί να διαχειριστούν περιστατικά που μπορούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους, τη ζωή πολιτών ή τη ζωή του καταδιωκόμενου;
Η Πολιτεία δεν μπορεί να ζητά από τον αστυνομικό να ενεργεί αποφασιστικά και αποτελεσματικά και, ταυτόχρονα, να τον αφήνει χωρίς σύγχρονο εξοπλισμό, χωρίς ξεκάθαρους κανόνες επιχειρησιακής δράσης και χωρίς επαρκή νομική προστασία.
Δεν είναι δυνατόν να γίνεται διαρκώς λόγος για την ασφάλεια των πολιτών, όταν εκείνοι που καλούνται να την εξασφαλίσουν καθημερινά παραμένουν ουσιαστικά εκτεθειμένοι.
Ο αστυνομικός που βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα όχημα το οποίο δεν σταματά, έναν οπλισμένο δράστη ή ένα περιστατικό βίαιης αντίστασης, καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Οι αποφάσεις αυτές δεν λαμβάνονται από την ασφάλεια ενός γραφείου ή ενός τηλεοπτικού στούντιο. Λαμβάνονται στον δρόμο, υπό συνθήκες αβεβαιότητας, φόβου και πραγματικού κινδύνου για την ανθρώπινη ζωή.
Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία η άμεση θέσπιση ενός σαφούς, ολοκληρωμένου και λειτουργικού πλαισίου για τις αστυνομικές καταδιώξεις και γενικότερα για τη διαχείριση περιστατικών υψηλής επικινδυνότητας.
Οι αστυνομικοί πρέπει να γνωρίζουν με σαφήνεια ποια είναι τα όρια, οι προϋποθέσεις και οι κανόνες της επιχειρησιακής τους δράσης, ώστε να προστατεύονται τόσο οι ίδιοι όσο και οι πολίτες.
Παράλληλα, απαιτείται η άμεση κάλυψη του μεγάλου κενού που υφίσταται σήμερα στα διαθέσιμα μέσα κλιμάκωσης μιας αστυνομικής επέμβασης. Δεν είναι αποδεκτό ο αστυνομικός να διαθέτει περιορισμένες επιλογές και, όταν αυτές εξαντληθούν ή αποδειχθούν αναποτελεσματικές, να έχει ως επόμενο μέσο το υπηρεσιακό του όπλο.
Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει χωρίς άλλες καθυστερήσεις:
• Στον εφοδιασμό του αστυνομικού προσωπικού με σύγχρονα και πιστοποιημένα μέσα μη θανατηφόρας ακινητοποίησης και ελεγχόμενης κλιμάκωσης της επέμβασης.
• Στην προμήθεια συσκευών ηλεκτρικής εκκένωσης, κατάλληλων συστημάτων ακινητοποίησης οχημάτων, σπρέι πιπεριού και λοιπού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται από σύγχρονες αστυνομικές υπηρεσίες διεθνώς.
• Στη θέσπιση σαφούς νομικού πλαισίου για τις καταδιώξεις, τη χρήση των μέσων καταναγκασμού και την επιχειρησιακή εμπλοκή των αστυνομικών.
• Στην ουσιαστική και διαρκή αναβάθμιση της εκπαίδευσης του προσωπικού, με τακτική πρακτική εξάσκηση σε ρεαλιστικά σενάρια και όχι με αποσπασματική εκπαίδευση μία φορά τον χρόνο.
• Στην άμεση τοποθέτηση καμερών στις στολές των αστυνομικών και στα υπηρεσιακά οχήματα, ώστε να καταγράφονται αντικειμενικά οι συνθήκες κάθε επέμβασης και να προστατεύονται τα δικαιώματα τόσο των πολιτών όσο και των αστυνομικών.
• Στην ανανέωση του απαρχαιωμένου στόλου, στη βελτίωση των συστημάτων ενδοεπικοινωνίας και στην ενίσχυση των αστυνομικών υπηρεσιών με το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό.
• Στην ενδυνάμωση της προληπτικής αστυνόμευσης και στην απαλλαγή των αστυνομικών από αλλότρια καθήκοντα και πάρεργα που αποδυναμώνουν τον βασικό τους ρόλο.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, μολονότι από το έτος 2021 έχει θεσμοθετηθεί η χρήση καμερών σε στολές και αστυνομικά οχήματα, η σχετική πρόβλεψη εξακολουθεί, πέντε χρόνια αργότερα, να μην έχει εφαρμοστεί στην πράξη στον απαιτούμενο βαθμό.
Οι κάμερες σώματος δεν αποτελούν μέσο συγκάλυψης ή επιτήρησης των πολιτών. Αποτελούν εργαλείο διαφάνειας, λογοδοσίας και αντικειμενικής αποτύπωσης των πραγματικών περιστατικών. Θα μπορούσαν σε πολλές περιπτώσεις να αποτρέψουν αυθαίρετες καταγγελίες, να περιορίσουν τη δημόσια παραπληροφόρηση και να παρέχουν στη Δικαιοσύνη κρίσιμο αποδεικτικό υλικό.
Η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Γρεβενών δηλώνει με σαφήνεια ότι θα βρίσκεται στο πλευρό κάθε συναδέλφου που δοκιμάζεται για ενέργειες οι οποίες συνδέονται με την καλόπιστη εκτέλεση του υπηρεσιακού του καθήκοντος. Στεκόμαστε δίπλα στους δύο συναδέλφους της Ο.Π.Κ.Ε. Αργολίδας και στις οικογένειές τους, ζητώντας τον απόλυτο σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας και την ανεπηρέαστη διερεύνηση της υπόθεσής τους από τη Δικαιοσύνη.
Οι Έλληνες αστυνομικοί δεν ζητούν ασυλία και δεν ζητούν να βρίσκονται υπεράνω του νόμου.
Ζητούν να μην εγκαταλείπονται όταν ενεργούν στο όνομα της Πολιτείας.
Ζητούν σύγχρονα μέσα, ουσιαστική εκπαίδευση, σαφείς κανόνες δράσης και πραγματική νομική και θεσμική προστασία.
Ζητούν να κρίνονται από τη Δικαιοσύνη και όχι να καταδικάζονται εκ των προτέρων στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Η θωράκιση των αστυνομικών δεν αποτελεί συντεχνιακή διεκδίκηση. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ασφάλεια της κοινωνίας, την προστασία της ανθρώπινης ζωής και την εύρυθμη λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.
Για το Δ.Σ.