Του ΒΑΣΙΛΑΚΗ Παναγιώτη, Αντιπροσώπου Ε.ΑΣ.Υ.Α.
(Απόσπασμα από την εφημερίδα της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών «Σύγχρονη Αστυνομία»)
«Ο κοινωνικός και επιχειρησιακός φαινότυπος της Ελληνικής Αστυνομίας»
Άρθρο γνώμης και προβληματισμού – Η συνδικαλιστική οπτική
Ως «φαινότυπος», δύναται να χαρακτηρίζεται αλλά και να αποτυπώνεται με σαφήνεια, η άρρηκτη και αδιαμφισβήτητη σχέση και αλληλεπίδραση της Ελληνικής Αστυνομίας με τους Κοινωνούς και το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η εικόνα, η λειτουργία και η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της Ελληνικής Αστυνομίας δεν διαμορφώνονται ποτέ αποκομμένα από την Κοινωνία, αλλά επηρεάζονται άμεσα, καθημερινά και καθοριστικά από τις συνθήκες, τις απαιτήσεις και τις παθογένειες της ίδιας της Πολιτείας.
Η Ελληνική Αστυνομία διανύει αναμφισβήτητα, μια περίοδο έντονων και οξυμένων προκλήσεων, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Οι διαρκείς και χρόνιες ελλείψεις σε πόρους και υποδομές, η υποστελέχωση Υπηρεσιών και η απουσία ουσιαστικής ενίσχυσης του Αστυνομικού «Εργατικού Δυναμικού», δημιουργούν καθημερινά σοβαρά και συσσωρευμένα εμπόδια στην αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του Αστυνομικού Προσωπικού. Η πραγματικότητα στους χώρους εργασίας απέχει από τις αυξημένες και συνεχώς διογκούμενες απαιτήσεις που καλείται να διαχειριστεί ο σύγχρονος Αστυνομικός.
Την ίδια στιγμή, η αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας αλλοιώνεται συστηματικά μέσα από «πάρεργα» και αλλότρια καθήκοντα, που απομακρύνουν το Προσωπικό από τον βασικό και θεμελιώδη του ρόλο: την πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος και την ουσιαστική προστασία του Πολίτη, όσο τετριμμένο και συνηθισμένο κι αν ακούγεται αυτό. Η συνεχής και άκριτη χρησιμοποίηση της Αστυνομίας ως «αναλώσιμου» μηχανισμού για κάθε κοινωνικό ή διοικητικό ζήτημα, εξαντλεί τις αντοχές του Προσωπικού και επιβαρύνει δραματικά τους ποιοτικούς δείκτες της Υπηρεσίας.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, η ψυχολογική πίεση που δέχονται οι Αστυνομικοί είναι καθημερινή, έντονη και πολυεπίπεδη. Η επαγγελματική φθορά, η εξαντλητική ρουτίνα, τα συνεχώς ασταθή και αναδιαμορφωνόμενα ωράρια εργασίας, η σωματική εξάντληση και η διαρκής έλλειψη ουσιαστικής στήριξης, επιβαρύνουν όχι μόνο την υπηρεσιακή απόδοση αλλά και τις ίδιες τις διαπροσωπικές σχέσεις των εργαζομένων Αστυνομικών. Παράλληλα, η –πολλές φορές στοχευμένη– αμφισβήτηση από τμήματα της Κοινωνίας, πλήττει ευθέως την εικόνα και το κύρος του Θεσμού, παρά το γεγονός ότι, τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας ή υπερβολής, και μάλιστα μέσα στο πλαίσιο του εργασιακού και επιχειρησιακού «πράττεσθαι» (με τη σημασία που αυτό έχει), αποτελούν ελάχιστες εξαιρέσεις, αλλά και πάλι οφείλουν πάντα να αντιμετωπίζονται με τη σύγχρονη ποινικοδικονομική πρακτική, υπό το μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης και μόνον.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, απαιτούνται ουσιαστικές και όχι διακηρυκτικές αλλαγές. Η πραγματική ενίσχυση και θεσμική θωράκιση του σύγχρονου Αστυνομικού, η αξιοκρατία στις υπηρεσιακές μεταβολές και συνθήκες εργασίας, η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός της αστυνομικής εκπαίδευσης, η ουσιαστική βελτίωση των ποιοτικών επαγγελματικών δεικτών και η έμπρακτη διασφάλιση της αξιοπρέπειας του Αστυνομικού, αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για μία σύγχρονη, λειτουργική και αποτελεσματική Ελληνική Αστυνομία. Η Κοινωνία χρειάζεται έναν Θεσμό με πραγματικό επαγγελματισμό, επιχειρησιακή επάρκεια και ανθρώπινο πρόσωπο: αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν το ίδιο το Προσωπικό πάψει να αντιμετωπίζεται ως «καταναλώσιμο αγαθό» και αισθανθεί ότι, εργάζεται με ασφάλεια, δικαιοσύνη και πραγματικό σεβασμό.
«Λατρεύω την ελευθερία, αλλά θα ήθελα να την βρίσκω θρονιασμένη ανάμεσα στη δικαιοσύνη και τον ανθρωπισμό» (Αδαμάντιος Κοραής, 1748-1833).