Η πρόσφατη υπόθεση στις ΗΠΑ επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της αστυνομικής αυτοπροστασίας. Πίσω από τις αντιδράσεις και τις εύκολες κρίσεις, όμως, κρύβεται μια βαθιά διαφορά κουλτούρας και επιχειρησιακής πραγματικότητας.
Ξεκίνησε τις τελευταίες 24 ώρες μια έντονη συζήτηση –αντιπαράθεση– σχετικά με τον πυροβολισμό γυναίκας στη Μινεάπολη των ΗΠΑ από πράκτορα του ICE (Immigration and Customs Enforcement).
Δεν θα μπω στην ουσία της συγκεκριμένης υπόθεσης, καθώς η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι πληροφορίες παραμένουν συγκεχυμένες, με νέα στοιχεία να προκύπτουν σχεδόν ανά ώρα.
Σκοπός μου, ως εγκληματολόγος αλλά και ως άνθρωπος που έζησε επί σειρά ετών στις ΗΠΑ, είναι να συμβάλω στη αποσαφήνιση του τοπίου που αφορά στην αστυνομική πρακτική όταν τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας βρίσκονται αντιμέτωπα με άμεσο κίνδυνο.
Ως αρχική διαπίστωση, πρέπει να επισημανθεί ότι όλα είναι ζήτημα κουλτούρας: επαγγελματικής κουλτούρας (police subculture), αλλά και ευρύτερης κοινωνικής, πολιτισμικής και εθνικής κουλτούρας.
Στις ΗΠΑ, οι ζωές των αστυνομικών θεωρούνται σημαντικές και απολύτως υπολογίσιμες. Αντιμετωπίζονται ως κρατικοί λειτουργοί πρώτης γραμμής, στα πρόσωπα των οποίων συμβολίζεται η κρατική εξουσία, η ετοιμότητα και η ίδια η συντεταγμένη Πολιτεία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο θάνατος αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος συνιστά ιδιώνυμο αδίκημα στις περισσότερες Πολιτείες και τιμωρείται με εξαιρετική αυστηρότητα.
Άρα, στις ΗΠΑ δεν συναντώνται φαινόμενα που σε εμάς μοιάζουν σχεδόν «κανονικότητα», όπως ο εμβολισμός μοτοσικλετών της ΔΙ.ΑΣ. και η αντιμετώπιση των δραστών ως … «ακίνδυνων».
Περνώντας στην ουσία.
Οι αστυνομικές αρχές στις ΗΠΑ έχουν εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζουν την απειλή και όχι απλώς το εκάστοτε συμβάν.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν κάποιος που κάνει μια απότομη κίνηση —να βγάλει κάτι από το σακάκι του ή από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου— θα βγάλει όπλο ή ένα κινητό τηλέφωνο.
Οι προθέσεις είναι άγνωστες. Ο αστυνομικός, για να επιβιώσει, έχει εκπαιδευτεί να υποθέτει το χειρότερο δυνατό σενάριο και να δρα βάσει αυτού.
Ένας οδηγός που κινείται απειλητικά με ένα βαρύ όχημα εναντίον αστυνομικού θεωρείται, εξ ορισμού, ότι εκδηλώνει ανθρωποκτόνο πρόθεση — και ως τέτοια αντιμετωπίζεται.
Ο αστυνομικός οφείλει να προστατεύει τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα, διότι αποτελεί «κρατική περιουσία» με την έννοια της επιχειρησιακής συνέχειας. Είναι λειτουργός θεσμικής σημασίας που πρέπει να παραμείνει ζωντανός για να συνεχίσει να επιτελεί το καθήκον του στην υπηρεσία της κοινωνίας.
Τη στιγμή που δέχεται επίθεση, δεν γνωρίζει αν ο οδηγός είναι κακοποιός ή … ποιητής. Αν είναι μητέρα ή πατέρας κάποιου παιδιού ή σκληρός ποινικός.
Η μη συμμόρφωση στις εντολές και η επιθετική κίνηση τον θέτουν αυτομάτως σε αυτό που στις ΗΠΑ αποκαλείται survival mode και η απειλή οφείλει να εξουδετερωθεί.
Η ελληνική οπτική, σε μια χώρα χωρίς παράδοση πρακτικών ασφαλείας για κοινωνικούς και ιστορικούς λόγους, διαφέρει ριζικά. Η κακή φήμη της αστυνομίας, ριζωμένη από την εποχή της χούντας, έχει καθιερωθεί στη συλλογική συνείδηση ως δεδομένο: στο 2026 η αστυνομία θεωρείται εξ ορισμού ύποπτη, ακόμα και όταν έχουν αλλάξει τα πάντα. Εδώ, θεωρητικά τουλάχιστον, πρέπει να εξαντλούνται όλα τα ηπιότερα μέσα πριν από την εξουδετέρωση.
Ας αναλογιστούμε, όμως, ότι οι αστυνομικοί είναι γιοι και κόρες κάποιων ανθρώπων. Έχουν οικογένειες που τους περιμένουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους.
Ας αναλογιστούμε επίσης ότι εκείνοι βρίσκονται στο πεδίο, όπου τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε αστραπιαίο χρόνο.
Δεν έχουν την πολυτέλεια της ενδελεχούς ανάλυσης που κάνουμε εκ των υστέρων.
Μέσα σε τρία, το πολύ, δευτερόλεπτα πρέπει να αποφασίσουν και να ενεργήσουν.
Ένα.
Δύο.
Τρία.
Εσείς έχετε αποφασίσει;
Και αν ναι, θα ήσασταν ζωντανοί για να το αφηγηθείτε;
Ο Κωνσταντίνος Δούβλης είναι εγκληματολόγος, διδάκτωρ κοινωνιολογίας της αστυνόμευσης.