Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Εικόνα
1
09:36 | 17/04/2024

Γράφει ο Χαρίδημος Τσούκας*

Πριν από κάμποσα χρόνια, οδηγώντας ένα βράδυ προς το σπίτι, η γυναίκα μου αντιλήφθηκε ότι κάποιος εποχούμενος την ακολουθούσε στη διαδρομή. Ανήσυχη, κατευθύνθηκε στο πλησιέστερο Αστυνομικό Τμήμα (Α.Τ.) Πεύκης. Περιέγραψε τη σκηνή στον αξιωματικό υπηρεσίας και παρακάλεσε να την ακολουθήσει ένα περιπολικό στο σπίτι. Ο αξιωματικός ανταποκρίθηκε: διέταξε να τη συνοδεύσει μοτοσικλετιστής αστυνομικός. Τέλος καλό.

Διαβάστε επίσης

Η Κυριακή Γρίβα δεν ήταν το ίδιο τυχερή. Οταν απευθύνθηκε στο Α.Τ. Αγίων Αναργύρων με παρόμοιο αίτημα, καθότι είχε δει τον πρώην σύντροφό της, άτομο με ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς, να καραδοκεί έξω από το σπίτι της, η αντίδραση ήταν διαφορετική. Στην Κυριακή ειπώθηκε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο περιπολικό στο Α.Τ., συστήνοντάς της να τηλεφωνήσει στην Αμεση Δράση. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της ΕΛ.ΑΣ., περιπολικό υπήρχε στην περιοχή. Γιατί δεν το αναζήτησαν οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί; Γιατί δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία στο αίτημα προστασίας μιας απειλούμενης γυναίκας;

Η Κυριακή κάλεσε την Αμεση Δράση και επανέλαβε το αίτημά της. Ο διάλογος με τον τηλεφωνητή είναι αποκαλυπτικός: στην ψύχραιμη ευφράδεια της Κυριακής αντιπαρατίθεται το έλλειμμα δεξιοτήτων του τηλεφωνητή: ειρωνεία («το περιπολικό δεν είναι ταξί»), έλλειψη διαγνωστικού πνεύματος (δεν ζητά να μάθει, ευθύς εξαρχής, κρίσιμες λεπτομέρειες για τα συμφραζόμενα του αιτήματος, παρά μόνο στο μέσον της συνομιλίας), μειωμένη ικανότητα εκτίμησης κινδύνου.

Η τελευταία είναι η σημαντικότερη δεξιότητα: προϋποθέτει προσληπτική επίγνωση της ιδιαιτερότητας κάθε περιστατικού, καθορίζοντας τον τρόπο χειρισμού του. Αυτό που εντυπωσιάζει εδώ είναι η γραφειοκρατική νωθρότητα: ο τηλεφωνητής νοιάζεται λιγότερο να κατανοήσει με ενσυναίσθηση την υφή του αιτήματος και περισσότερο να καταχωρίσει ηλεκτρονικά τα αναφερόμενα γεγονότα. Επαναλαμβάνει συλλαβιστά την περιγραφή της Κυριακής καθώς πληκτρολογεί («α-να-με-νει έ-ξω-θεν της οι-κίας της ο πρώην…»· «βρίσκεστε στο αστυνομικό τμήμα να γράψω;»). Στις ενέργειές του κυριαρχεί το πνεύμα της τυπικής διεκπεραίωσης, όχι η διάθεση αποτελεσματικής διαχείρισης του προβλήματος («ανησυχώ για την ασφάλειά μου»).

Πληθώρα μελετών αναδεικνύουν τις δεξιότητες που πρέπει να διαθέτουν οι αστυνομικοί. Στο πεδίο, το αστυνομικό έργο είναι σύνθετο και απαιτητικό: οι αστυνομικοί πρέπει να ενεργούν σύννομα και να εφαρμόζουν πρωτόκολλα σε καταστάσεις που συχνά χαρακτηρίζονται από ασάφεια, απροβλεψιμότητα, πίεση χρόνου, και επικινδυνότητα. Η αντιφατικότητα σκοπών (και προστασία ασφάλειας και προστασία δικαιωμάτων) δυσχεραίνει το έργο τους.

Τα αστυνομικά πρωτόκολλα ουδέποτε είναι αρκετά – κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της. Σχεδόν πάντα, οι αστυνομικοί διαθέτουν διακριτική ευχέρεια. Για να την ασκούν σωστά –για να αυτενεργούν υπεύθυνα και αποτελεσματικά– απαιτείται «φρόνιμη» κρίση. Πρέπει να είναι και ψύχραιμοι και γρηγορούντες. Διαφορετικά: να εμπνέουν εμπιστοσύνη· να αντιλαμβάνονται τα συμφραζόμενα ενός περιστατικού· να διαθέτουν οξυμένη αίσθηση σκοπού και προτεραιοτήτων· και να εμφορούνται από νοοτροπία επίλυσης προβλημάτων. Δεν είναι εύκολο – θέλει έγνοια, κόπο και μέθοδο.

Στον Καναδά οι αστυνομικοί εκπαιδεύονται να εφαρμόζουν τις «αρχές ΑΚΑ». Είναι οι αποφάσεις τους Αναγκαίες στην αντιμετώπιση της απειλής; Εμπεριέχουν σωστή εκτίμηση Κινδύνου; Είναι Αποδεκτές (νομικά και ηθικά); Το αστυνομικό έργο είναι και «επιστήμη» και «τέχνη» (craft) (αμφότερα με την αριστοτελική σημασία): αφενός στηρίζεται σε νόμους, γενικές αρχές και πρωτόκολλα, αφετέρου εδράζεται στη διαισθητική γνώση που αποκομίζει κανείς πάνω στη δουλειά. Η «επιστημονική» γνώση αποκτάται στις αστυνομικές ακαδημίες, η «τεχνική» εμπεδώνεται με την εμπειρία.

Ο συστηματικός συνδυασμός των δύο είναι το ζητούμενο: οργανωμένοι τρόποι ανταλλαγής εμπειριών, συζήτησης συγκεκριμένων περιστατικών, σεναριακού τρόπου σκέψης, και προσομοιώσεων, συγκεράζουν «επιστήμη» και «τέχνη». Για να είναι αποτελεσματική αυτή η σύζευξη απαιτούνται επαρκείς πόροι, κουλτούρα υψηλού επαγγελματισμού, επιδίωξη για συνεχή μάθηση και βελτίωση, και, σε τελική ανάλυση, καλή διοίκηση. Υπήρχαν όλα αυτά στο Α.Τ. Αγίων Αναργύρων; Υπάρχουν, γενικότερα, στα αστυνομικά τμήματα της χώρας; Υπάρχουν στην Αμεση Δράση; Αμφιβάλλω.

Αυτός είναι ο πυρήνας του προβλήματος στους χειρισμούς των εμπλεκόμενων αστυνομικών, στην περίπτωση της Κυριακής Γρίβα: δεν φάνηκε ότι διέθεταν τις απαιτούμενες δεξιότητες να ασκήσουν «φρόνιμα» την επαγγελματική κρίση τους. Πρόκειται για περίπτωση ανθρώπινου λάθους (εσφαλμένη εκτίμηση κινδύνου), αλλά, όπως και στο δυστύχημα των Τεμπών, τα ανθρώπινα λάθη δεν είναι αυτοφυή. Καλλιεργούνται στο εσωτερικό της κουλτούρας και των πρακτικών διοίκησης ενός οργανισμού. Σε αυτά πρέπει να επικεντρωθεί ο δημόσιος διάλογος.

Aγονη πολιτικοποίηση

Αντιθέτως, αντανακλώντας τη «βαθιά δομή» του δημόσιου βίου, ο διάλογος δεν εστιάζει στα μείζονα. Κυριαρχούν, αφενός η μιντιακή εντυπωσιοθηρία, αφετέρου η άγονη πολιτικοποίηση. Τα τηλεοπτικά ΜΜΕ, κυρίως καταγγέλλουν – δεν εντρυφούν βαθύτερα στο πρόβλημα· δεν αναδεικνύουν διαχρονικά μοτίβα στον τρόπο λειτουργίας της ΕΛ.ΑΣ.· δεν αντλούν μαθήματα από συγκρίσεις με διεθνείς πρακτικές. Ο κυρίαρχος μιντιακός λόγος αναζητά φταίχτες, δεν ενδιαφέρεται πώς παράγεται το φταίξιμο.

Οπως στα Τέμπη, ο πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από το δίπολο: η κυβέρνηση «ευθύνεται», η αντιπολίτευση «εκμεταλλεύεται». Η εύκολη κριτική είναι να επικρίνεις τη μη καθιέρωση της «γυναικοκτονίας» ως αδίκημα (δεν θα έσωζε αυτό την Κυριακή) και να επιρρίπτεις γενικές ευθύνες στην κυβέρνηση. Η δύσκολη κριτική απαιτεί να είσαι εκλεπτυσμένος στην ανάλυσή σου: να προτείνεις συγκεκριμένες τομές στην αστυνομία, οι οποίες θα ενισχύσουν τόσο την αυτοτέλεια όσο και τη λογοδοσία της, και να κρίνεις την κυβέρνηση αντιστοίχως. Χρειάζεται εκ βάθρων ανασυγκρότηση της ΕΛ.ΑΣ.: να της δοθεί ουσιαστική αυτοτέλεια και τα μέσα για να λειτουργεί με σύγχρονες μεθόδους διοίκησης, υποκείμενη σε ανεξάρτητους μηχανισμούς λογοδοσίας.

Σήμερα, η ΕΛ.ΑΣ. είναι, ουσιαστικά, δημοσιοϋπαλληλικό παράρτημα του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Πότε είδατε, έπειτα από ένα μείζονος σημασίας συμβάν, τον αρχηγό της να εμφανιστεί δημοσίως και να δώσει εξηγήσεις; Οι προβολείς στρέφονται πάντα στον αρμόδιο υπουργό, ενώ στην τηλεόραση καλούνται πρώτοι οι συνδικαλιστές. Ακόμη και η έλλειψη ευγένειας υποδηλώνει μειωμένο επαγγελματισμό: οι γονείς της Κυριακής δεν ειδοποιήθηκαν από την αστυνομία για τη δολοφονία της κόρης τους. Ο αρχηγός της αστυνομίας δεν ζήτησε συγγνώμη – άφαντος και άλαλος.

Η απουσία της ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. από τη δημόσια σφαίρα έχει συμβολική σημασία. Η ΕΛ.ΑΣ. δεν διαθέτει την ουσιαστική αυτοτέλεια να φέρει εις πέρας το απαιτητικό έργο της – επισκιάζεται από τους πολιτικούς. Μετά το τραγικό συμβάν της Κυριακής Γρίβα, πραγματοποιήθηκε τηλεδιάσκεψη 2.500 αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., υπό τον υπουργό κ. Χρυσοχοΐδη, «με θέμα συζήτησης την ενδοοικογενειακή βία και ένα νέο πρωτόκολλο, το οποίο θα έχει πιο αυστηρές οδηγίες για τους αστυνομικούς». Προσέξτε την κρίσιμη λεπτομέρεια: στην τηλεδιάσκεψη προέδρευσε ο υπουργός, όχι ο Αρχηγός! Είναι δουλειά του υπουργού να ασχολείται με πρωτόκολλα; Ο υπουργός θεσπίζει πολιτικές, προσδιορίζει επιθυμητά αποτελέσματα και εποπτεύει, δεν διοικεί.

Τα πρωτόκολλα είναι τόσο αποτελεσματικά όσο καλά εφαρμόζονται στο πεδίο – όσο, δηλαδή, διοικείται καλά το Σώμα. Η καλή διοίκηση είναι μια συνεχής διαδικασία, μέρη της οποίας είναι η συνεχής αξιολόγηση δράσεων, διαδικασιών, και προσώπων, και η διαρκής επιμόρφωση των αστυνομικών. Σε χώρες με υψηλή ποιότητα αστυνόμευσης, αυτά είναι κοινοτοπίες. Εμείς, σε σύγχυση, αναζητούμε μονομανώς (και με λάθος τρόπο) «πολιτικές ευθύνες» στα άνω δώματα, προσπερνώντας τα πολύ σημαντικά θέματα «χαμηλής πολιτικής» – μοντέλα αστυνόμευσης, διοίκηση, οργάνωση, τεχνολογία, δεξιότητες, κ.λπ.

Το εγγενές παράδοξο

Η καρδιά του προβλήματος της αστυνόμευσης στη χώρα είναι ο ανώριμος χειρισμός του εγγενούς στη δημοκρατία αστυνομικού παραδόξου: χρειάζεται, δυνητικά, βία ή απειλή βίας για να προστατεύεται η μη βία – η κατά νόμον κοινωνική συμβίωση! Το αστυνομικό παράδοξο είναι ορθολογικά διαχειρίσιμο μόνο όταν το αστυνομικό έργο περιβάλλεται με έλλογη εμπιστοσύνη. Οσο η περιρρέουσα ατμόσφαιρα απονομιμοποιεί το αστυνομικό έργο και η αστυνομία δεν πείθει με τον επαγγελματισμό της, τόσο η διαχείριση του αστυνομικού παραδόξου γίνεται ασυνάρτητη: ό,τι και να κάνει η αστυνομία είναι λάθος. Σε τέτοιο κλίμα, η υπεύθυνη λογοδοσία πάσχει: αδυνατούμε να διακρίνουμε την αδικαιολόγητη από τη δικαιολογημένη βία, τα αναπόφευκτα από τα αποφεύξιμα λάθη, την κακή εκτίμηση κινδύνου από την αδιάφορη αντιμετώπιση. Η ασφάλεια, ως δημόσιο αγαθό, απομειώνεται.

Σε χώρες με υποδειγματική κουλτούρα αστυνόμευσης, όπως η Βρετανία, ο Καναδάς και η Ολλανδία, η αστυνομία περιβάλλεται με εμπιστοσύνη, λειτουργώντας με ανεξαρτησία και λογοδοσία. Στο μέτρο που η αστυνομία χειρίζεται ένα τεράστιο εύρος δυνητικά επικίνδυνων καταστάσεων, στατιστικά μιλώντας, θα κάνει λάθη. Τα λάθη ενίοτε είναι ολέθρια, όπως ο φόνος του αθώου νεαρού Τσαρλς ντε Μενέζες από τη Μητροπολιτική Αστυνομία, με την εσφαλμένη υποψία ότι ήταν τρομοκράτης, στο μετρό του Λονδίνου, το 2005. Ακόμη χειρότερα, αστυνομικοί μπορεί να εγκληματήσουν, όπως ο αξιωματικός Γουέιν Κούζενς, ο οποίος, χρησιμοποιώντας, εκτός υπηρεσίας, την ιδιότητά του, συνέλαβε, βίασε και δολοφόνησε την 33χρονη Σάρα Εβεραρντ στο Λονδίνο, το 2021.

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο τα λάθη ή πιθανά εγκλήματα αστυνομικών, αλλά, κυρίως, η αντιμετώπισή τους. Και τα δύο παραπάνω περιστατικά διερευνήθηκαν υποδειγματικά από ανεξάρτητες εξεταστικές επιτροπές (τα πορίσματα είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο), επιφέροντας αλλαγές στη Μητροπολιτική Αστυνομία. Η λογοδοσία της Αστυνομίας στη Βρετανία είναι στιβαρή. Ο Ανεξάρτητος Φορέας για την Αστυνομική Συμπεριφορά διερευνά μείζονα παράπονα και καταγγελίες από πολίτες. Το έργο του χαίρει ευρείας εκτίμησης, λειτουργώντας ως αξιόπιστο θεσμικό αντίβαρο στην εξουσία της αστυνομίας.

Η βρετανική αστυνομία βρίσκεται σταθερά στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, με πνεύμα, επί το πλείστον, εποικοδομητικά κριτικό. Η κοινωνία και, αντιστοίχως, το πολιτικό σύστημα χειρίζονται το αστυνομικό παράδοξο με μια υψηλότερου επιπέδου παράδοξη στάση: και εμπιστεύονται και δυσπιστούν απέναντι στην αστυνομία. Πρόκειται για αξιοζήλευτο κατόρθωμα που μόνο θεσμικά ώριμες χώρες επιτυγχάνουν.

Εμείς δεν είμαστε εκεί – πάσχουμε από αυτοπαγιδευτική αμφιθυμία. Χαιρόμαστε να μισούμε την αστυνομία, ενώ, συγχρόνως, θέλουμε να είναι αποτελεσματική. Τα λάθη της ΕΛ.ΑΣ. υποδεικνύονται συχνά με χαιρεκακία από τα ΜΜΕ, τείνουν να ερμηνεύονται απαξιωτικά για το Σώμα, και πολιτικοποιούνται με λάθος τρόπο – η κυβέρνηση να μειώσει το πολιτικό κόστος, η αντιπολίτευση να το μεγιστοποιήσει. Ο σοβαρός προβληματισμός για μοντέλα αποτελεσματικής αστυνόμευσης είναι ισχνός.

Ωστόσο, δημόσια ασφάλεια χωρίς αποτελεσματική αστυνομία δεν είναι νοητή. Αποτελεσματική αστυνομία σημαίνει αυτοτελής λειτουργία και στιβαρή λογοδοσία, σε περιβάλλον θεσμικής εμπιστοσύνης και απαιτητικού επαγγελματισμού. Η Κυριακή Γρίβα, προσφεύγοντας στην αστυνομία, ενήργησε by the book. Η αστυνομία, αποτυγχάνοντας να την προστατεύσει, ενήργησε against the book. Το χάσμα είναι ενοχλητικά εντυπωσιακό – πρέπει να μας ταρακουνήσει. Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε – μας το υποδεικνύουν οι διεθνώς άριστες πρακτικές και η εγχώρια εμπειρία. Πρέπει, όμως, να υπερβούμε την εμπεδωμένη «ακρασία». Χρειάζονται, γι’ αυτό, ρηξικέλευθες ηγεσίες, που θα ωθήσουν το σύστημα σε ένα άλλο σημείο ισορροπίας. Δεν είμαι αισιόδοξος αλλά αρνούμαι να απελπίζομαι. Καλή δύναμη, κ. Χρυσοχοΐδη.

*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick. Το βιβλίο του «Leadership as Masterpiece Creation: What Business Leaders Can Learn from the Humanities about Moral Risk-Taking» (με τους C. Spinosa και M. Hancocks) κυκλοφορεί από το MIT Press.

kathimerini.gr

Policenet.gr © | 2024 Όροι Χρήσης.
developed by Pixelthis