Γράφει ο Αλέξανδρος Καλαφάτης
Διαβάστε επίσης
Ήταν αργά το βράδυ της 27ης Μαρτίου του 2014 όταν ένας 34χρονος μπήκε στο Αστυνομικό Τμήμα της Γλυφάδας και είπε στους έκπληκτους αστυνομικούς: «Ήρθα να παραδοθώ, σκότωσα τη μάνα μου».
Μέσα σε λίγα λεπτά άντρες της Ασφάλειας μετέβησαν στο σπίτι της οικογένειας και βρήκαν την 59χρονη μητέρα του δολοφονημένη με πολλαπλές μαχαιριές μέσα στο δωμάτιο του μπάνιου.
Δώδεκα χρόνια μετά ο ίδιος άντρας δολοφόνησε χθες Κυριακή τον πατέρα του με τον ίδιο τρόπο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι αυτή τη φορά τοποθέτησε το πτώμα στο πορτ μπαγκάζ αυτοκινήτου και δεν ειδοποίησε εκείνος την Αστυνομία αλλά ένας γείτονας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι τι έκαναν οι αρμόδιοι φορείς του κράτους για να «προλάβουν» το φονικό.
Τα τελευταία χρόνια είναι πολλά τα περιστατικά που δείχνουν την αδυναμία των αρμόδιων υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν ακραία βίαιες συμπεριφορές από άτομα με σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα.
Πηγές από την ΕΛ.ΑΣ. σημειώνουν ότι το συγκεκριμένο θέμα δεν πρέπει να θεωρείται «αστυνομικό» αλλά βαθιά κοινωνικό:
«Όταν τέτοιες περιπτώσεις καταλήγουν να αντιμετωπίζονται από την ΕΛ.ΑΣ. τότε δυστυχώς είναι πολύ αργά. Το μείζον εδώ είναι η πρόληψη και ότι η κλήση στο ‘100’ για να πάμε να συλλάβουμε τον δράστη. Βλέπουμε κατ’ επανάληψη θύτες με σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα που δεν παρακολουθούνται με τον τρόπο που πρέπει από ειδικούς. Το πρόβλημα είναι πολύ πιο έντονο όταν τα άτομα αυτά δεν έχουν επαρκές υποστηρικτικό περιβάλλον. Όταν για παράδειγμα δεν έχουν γονείς ή όταν οι γονείς τους έχουν πια μεγαλώσει ηλικιακά και δεν είναι σε θέση -όπως είναι απολύτως λογικό- να ανταπεξέλθουν στη φροντίδα που χρειάζονται άνθρωποι με τόσο σοβαρά προβλήματα».
Τον περασμένο Φεβρουάριο είχε συγκλονίσει η δολοφονία 94χρονης μητέρας από τον 56χρονο γιο της που άρχισε να τη χτυπάει με μανία, έχοντας στα χέρια του μία μαγκούρα, μέσα στο σπίτι τους στην Αθήνα.
Η ηλικιωμένη αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα. Οι διασώστες του ΕΚΑΒ τη βρήκαν νεκρή στο υπνοδωμάτιο. Κατά τη σύλληψή του ο 56χρονος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι σκότωσε τη μητέρα του «για να διώξει τους δαίμονες από τους οποίους είχε καταληφθεί και να τη σώσει από το κακό».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, τον ίδιο μήνα του 2025, τρόφιμος που διαβιούσε στη ψυχιατρική κλινική στο Δαφνί δολοφόνησε 44χρονη ασθενή με ένα κομμάτι γυαλί. Ο 47χρονος είχε σκοτώσει ενάμιση χρόνο νωρίτερα και μία 65χρονη τρόφιμο στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Κέρκυρας με μαχαίρι μπαμπού.
Το διπλό φονικό στο Αίγιο
Τον Απρίλιο του 2025 ένας 23χρονος δολοφόνησε τον 64χρονο θείο του και τον 34χρονο φίλο του στο Αίγιο.
Ο δράστης είχε χάσει τον πατέρα του σε ηλικία 8 ετών και έτσι η μητέρα του επωμίστηκε το μεγάλωμα των παιδιών της οικογένειας.
Το 2022, σε ηλικία 20 ετών, είχε απασχολήσει για δύο περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, για τα οποία σχηματίστηκαν σε βάρος του δικογραφίες από την ΕΛ.ΑΣ.
Στη μία περίπτωση, αφέθηκε ελεύθερος με προφορική εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα και κατόπιν σχετικής παραγγελίας διατάχθηκε η ψυχιατρική του εξέταση, οπότε συνοδεία αστυνομικών οδηγήθηκε σε ψυχιατρική κλινική.
Στη δεύτερη περίπτωση, οδηγήθηκε με την αυτόφωρη διαδικασία στην αρμόδια Εισαγγελία, απ’ όπου έλαβε ρητή δικάσιμο και αφέθηκε ελεύθερος. Κατά το ίδιο έτος, για διαφορετικό ωστόσο λόγο, οδηγήθηκε εκ νέου σε ψυχιατρική κλινική.
Μόλις δύο ημέρες πριν το διπλό φονικό άγνωστος είχε τηλεφωνήσει στο Αστυνομικό Τμήμα Αιγιαλείας και είχε ενημερώσει ότι κάποιος φωνάζει στην περιοχή και βρίσκεται εκτός εαυτού. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 23χρονος φώναζε σε έξαλλη κατάσταση και απειλούσε τη γειτονιά.
Όταν όμως οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο δεν διαπιστώθηκε κάτι ούτε εμφανίστηκε κάποιος να μιλήσει για το τι είχε συμβεί (σύμφωνα τουλάχιστον με την ΕΛ.ΑΣ.).
Πηγές από την Αστυνομία σημειώνουν για το διπλό φονικό του Αιγίου ότι «τα αδικήματα που είχε διαπράξει ο δράστης -πριν τη διπλή δολοφονία- είχαν καταγραφεί και είχαν σχηματιστεί σχετικές δικογραφίες. Είχαν διαβιβαστεί στις αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές και είχαν γίνει μεταφορές του από αστυνομικούς σε ψυχιατρικές κλινικές.
Η περίπτωση του 23χρονου δεν δικαιολογούσε προφυλάκιση. Ήταν ένα ψυχιατρικό περιστατικό που έπρεπε να αντιμετωπιστεί κυρίως από άλλες υπηρεσίες και όχι από την Αστυνομία.
Όταν κάποιος συλληφθεί, αφεθεί ελεύθερος και στη συνέχεια νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, η Αστυνομία δεν ενημερώνεται όταν εν τέλει πάρει εξιτήριο. Έπρεπε να υπάρχουν κοινωνικές υπηρεσίες που θα έπρεπε να μεριμνούν για το τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες».