Γράφει η Δικηγόρος Αικατερίνη Σ. Καλούδη | Δικηγορική Εταιρεία Καλούδης
Οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 902–907/2021 άλλαξαν ουσιαστικά το πλαίσιο για το ελάχιστο ανάστημα στις Αστυνομικές Σχολές. Το παλαιό ενιαίο όριο των 1,70 μ. για άνδρες και γυναίκες κρίθηκε προβληματικό, καθώς μπορούσε να οδηγεί σε δυσανάλογο αποκλεισμό γυναικών υποψηφίων. Το ζήτημα, όμως, δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν: σε συγκεκριμένες υποθέσεις μπορεί να υπάρχει ακόμη πραγματικός χώρος νομικής διεκδίκησης.
Το ιστορικό του ζητήματος
Για αρκετά χρόνια, η πρόσβαση στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας προϋπέθετε κοινό ελάχιστο ανάστημα 1,70 μ., ανεξαρτήτως φύλου. Η ρύθμιση αυτή εμφανιζόταν τυπικά ουδέτερη, στην πράξη όμως είχε ιδιαίτερη επίπτωση στις γυναίκες υποψήφιες, οι οποίες μπορούσαν να αποκλείονται ήδη στο στάδιο της αναστημομέτρησης, πριν ακόμη αξιολογηθούν στα λοιπά στάδια της διαδικασίας.
Τι έκρινε η Ολομέλεια του ΣτΕ
Με τις αποφάσεις 902–907/2021, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι το κοινό όριο των 1,70 μ. συνιστούσε έμμεση διάκριση λόγω φύλου εις βάρος των γυναικών υποψηφίων, εφόσον δεν είχε αιτιολογηθεί επαρκώς η αναγκαιότητα και η αναλογικότητά του.
Το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε ότι η Ελληνική Αστυνομία μπορεί να θέτει αντικειμενικά προσόντα για την εισαγωγή στις Σχολές της. Έκρινε, όμως, ότι όταν ένα κριτήριο πλήττει στην πράξη δυσμενέστερα μια κατηγορία υποψηφίων, η Διοίκηση οφείλει να αποδεικνύει με συγκεκριμένο τρόπο γιατί το μέτρο είναι πρόσφορο, αναγκαίο και αναλογικό.
Τι ισχύει σήμερα
Μετά τη νομολογία του ΣτΕ, το πλαίσιο προσαρμόστηκε. Σήμερα προβλέπεται ελάχιστο ανάστημα 1,70 μ. για τους άνδρες και 1,63 μ. για τις γυναίκες, χωρίς υποδήματα. Επομένως, το κριτήριο του ύψους δεν έχει καταργηθεί· έχει όμως διαφοροποιηθεί, ώστε να μην εφαρμόζεται πλέον ένα ενιαίο όριο που δημιουργεί δυσανάλογες συνέπειες για τις γυναίκες υποψήφιες.
Γιατί υπάρχει ακόμη χώρος διεκδικήσεων
Η αλλαγή του κανόνα δεν σημαίνει ότι όλες οι παλαιότερες υποθέσεις έχουν κλείσει οριστικά. Ιδίως για υποψήφιες που αποκλείστηκαν λόγω του παλαιού ορίου αναστήματος, μπορεί να ανακύπτει ζήτημα διοικητικής ή δικαστικής διεκδίκησης.
Καθοριστική σημασία έχουν το έτος της προκήρυξης, η ακριβής αιτία αποκλεισμού, οι κοινοποιήσεις, οι προθεσμίες και τυχόν μεταγενέστερες πράξεις της Διοίκησης.
Τι πρέπει να ελεγχθεί
Όποιος/α υποψήφιος/α είχε αποκλειστεί λόγω αναστήματος καλό είναι να συγκεντρώσει την προκήρυξη του αντίστοιχου έτους, το πρακτικό ή έγγραφο αποκλεισμού, τυχόν αναστημομετρήσεις ή υγειονομικά έγγραφα, καθώς και κάθε αίτηση, ένσταση, προσφυγή ή σχετική αλληλογραφία που είχε προηγηθεί. Μόνο μετά από τέτοιο έλεγχο μπορεί να εκτιμηθεί αν υπάρχει δυνατότητα αίτησης θεραπείας, αίτησης ανάκλησης ή άλλης κατάλληλης διοικητικής ή δικαστικής ενέργειας.
Η κρίσιμη παρατήρηση
Η νομολογία του ΣτΕ αποτελεί σημαντική βάση, όχι όμως αυτόματη λύση. Η ύπαρξη ευνοϊκών αποφάσεων δεν σημαίνει ότι κάθε παλαιός αποκλεισμός μπορεί να ανατραπεί οποτεδήποτε. Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει σοβαρό νομικό έρεισμα για να εξεταστούν υποθέσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν πρακτικά κλειστές.
Για τον λόγο αυτό, οι ενδιαφερόμενες δεν θα πρέπει να μένουν μόνο στη γενική πληροφόρηση.
Συμπέρασμα
Οι αποφάσεις ΣτΕ Ολομ. 902–907/2021 έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι επιβεβαιώνουν ότι η ισότητα δεν κρίνεται μόνο από τη διατύπωση ενός κανόνα, αλλά και από τα πραγματικά αποτελέσματα που αυτός παράγει. Για τις παλαιότερες υποθέσεις, το ζήτημα παραμένει ανοικτό όπου ο φάκελος αφήνει περιθώριο διεκδίκησης.
.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική συμβουλή.