Ηδη από τις 11 το βράδυ του Σαββάτου 6 Δεκεμβρίου 2008, και ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή την επικαιρότητα απασχολούσαν τα σκάνδαλα της τότε κυβέρνησης και η παγκόσμια οικονομική κρίση που είχε πυροδοτήσει η κατάρρευση της Lehman Brothers στη Γουόλ Στριτ, περί τα χίλια άτομα είχαν συγκεντρωθεί στα Εξάρχεια. Το κέντρο της Αθήνας είχε πλημμυρίσει η γνώριμη στο μέλλον μυρωδιά των δακρυγόνων και η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Μέχρι τον καυτό Δεκέμβρη του, το 2008 ήταν μια ήσυχη χρονιά. Σύμφωνα με το αρχείο της Αστυνομίας, το 2008 εξελισσόταν πιο ήρεμο από το 2007, οπότε είχαν καταγραφεί μόλις 64 κινητοποιήσεις του αντιεξουσιαστικού χώρου, έναντι 290 το 2006. Ωστόσο, δύο ώρες νωρίτερα, κοντά στις 9 το βράδυ του Σαββάτου, μια εν ψυχρώ δολοφονία θα άλλαζε την εικόνα. Οι δύο ειδικοί φρουροί που επέβαιναν σε περιπολικό του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων και βρίσκονταν σε περιπολία διαπληκτίστηκαν με δύο νεαρούς, τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και τον Νίκο Ρωμανό, στην οδό Τζαβέλλα στα Εξάρχεια, και ένας εξ αυτών, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας, πυροβόλησε τον Γρηγορόπουλο.

Στις 20 Δεκεμβρίου του 2008, διαδηλωτές κρέμασαν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Συντάγματος σακούλες με σκουπίδια. Πηγή: Katerina Mavrona/EPA
Εκτοτε, και για περίπου δέκα ημέρες, επεισόδια μεγάλης έκτασης σημειώνονταν καθημερινά, ενώ έγινε απόπειρα ακόμη και να καταληφθεί η ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι. Το βράδυ της Δευτέρας ένα φορτηγό άρπαξε φωτιά έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη, με τις φλόγες να απειλούν το ιστορικό κτίριο. Την ίδια στιγμή, άτομα είχαν εισβάλει στο υπόγειο του Πανεπιστημίου Αθηνών και αντλούσαν πετρέλαιο από τις δεξαμενές του.
Η δολοφονία του 15χρονου ξεσήκωσε ένα κύμα οργής που περιελάμβανε τόσο εκφράσεις αλληλεγγύης προς το ανήλικο θύμα της αστυνομικής βίας όσο και εκτεταμένες καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Ενώ πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου προκειμένου να αποχαιρετήσει τον δολοφονημένο μαθητή σε μια συναισθηματικά φορτισμένη τελετή, τρεις χώρες, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Αυστραλία, εξέδιδαν ταξιδιωτικές οδηγίες προς τους πολίτες τους που σκόπευαν να επισκεφθούν την Ελλάδα. Επρόκειτο για ένα μαζικό ξέσπασμα, με τα ελατήρια αλλά και τα αποτελέσματά του να αποτελούν αίνιγμα.

Τούρκοι φοιτητές διαδηλώνουν μπροστά στο ελληνικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη κρατώντας πλακάτ που απεικονίζουν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο.
Οι κουκουλοφόροι έγιναν (για μία ακόμη φορά κατά τη Μεταπολίτευση) το διακύβευμα της περιόδου. Ποιοι είναι; Πόσοι είναι; Πώς οργανώνονται; Πώς χρηματοδοτούνται; Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, υπολογίζεται ότι στα επεισόδια του Δεκέμβρη του 2008 συμμετείχαν συνολικά στην Ελλάδα περί τις 2.200 άτομα, από τα οποία 800 βρίσκονταν στην Αθήνα. Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση της εποχής σχετικά με «το πούλμαν με τους κουκουλοφόρους». Σύμφωνα με αυτήν, κυκλοφορούσε ανά την ελληνική επικράτεια ένα πούλμαν γεμάτο κουκουλοφόρους και έκανε στάση σε διάφορες πόλεις, προκειμένου να συμμετάσχει στα επεισόδια, μετά το τέλος των οποίων έφευγε για τον επόμενο σταθμό. Tο «Magic bus με τους ταραξίες», σύμφωνα με τη φημολογία της περιόδου, πέρασε από την Καλαμάτα, τη Χαλκίδα, τις Σέρρες και τη Λαμία.
Καθώς δεν υπήρξαν μεγάλες αποκαλύψεις σχετικά με την ταυτότητα των κουκουλοφόρων, τις εξηγήσεις ανέλαβαν να δώσουν πολλές θεωρίες συνωμοσίας και μύθοι. Ηταν «πράκτορες της ανωμαλίας»; Ηταν «εισαγόμενη βία»; Ηταν «ομάδες αριστεριστών και αντιεξουσιαστών που έρχονταν από το εξωτερικό και ήταν οργανωμένοι σε δίκτυα ανά την Ευρώπη»; Είχαν αποστολή να ρίξουν την τότε κυβέρνηση; Ηταν απλώς νέοι με συσσωρευμένη οργή που βρήκε μια αφορμή να ξεσπάσει; Ηταν όλα τα παραπάνω; Δεν δόθηκε ποτέ απάντηση. Την ίδια περίοδο ακούστηκε η ιδιόρρυθμη άποψη του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Σωτήρη Χατζηγάκη, ότι «έχει έρθει η ώρα να επανεξετάσουμε τη νομιμότητα και τη χρήση της κουκούλας από συγκεκριμένες ομάδες κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και συλλαλητηρίων».

Στιγμιότυπο από συγκέντρωση την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008, τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Πηγή: Lefteris Pitarakis/AP photo
Το ίδιο διάστημα συστήθηκε σε πολλούς έλληνες χρήστες του Διαδικτύου ένα νέο κοινωνικό δίκτυο, πολύ διαφορετικό από το Facebook, που ήταν ήδη σχετικά δημοφιλές. Επρόκειτο για το Τwitter, το οποίο καθ' όλη τη διάρκεια των αναταραχών μετέδιδε πληροφορίες χρηστών από κάθε «θερμό» σημείο της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας. Παρακολουθώντας κάποιος το hashtag #griots μπορούσε να έχει μια διαρκώς ανανεούμενη εικόνα των επεισοδίων σε μηνύματα των 140 χαρακτήρων, με τρόπο που ήταν πρωτόγνωρος και πολύ διαφορετικός από εκείνον της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου ή των υπόλοιπων διαδικτυακών μέσων. Οταν μια στοά καιγόταν, αυτό δημοσιευόταν εκεί, όταν κάπου υπήρχε ανάγκη διαδηλωτών για φάρμακα ή ιατρική βοήθεια εξαιτίας συμπλοκών με τους αστυνομικούς, αυτό γινόταν αμέσως γνωστό. Ηταν το ντεμπούτο ενός μέσου που επρόκειτο να αλλάξει, έστω λίγο, τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να ενημερωθεί για τα μεγάλα γεγονότα, την ώρα που αυτά συμβαίνουν.
Μπορεί σε όσα έγιναν κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη του 2008 να μην μπορεί κάποιος να εντοπίσει ένα αίτημα, διάφανα κίνητρα ή, έστω, τις προσδοκίες των διαδηλωτών για το μέλλον τους. Ωστόσο, μέσα στην αναταραχή της περιόδου μπορεί κάποιος να εντοπίσει θραύσματα εκείνων που ακολούθησαν: μια φοβερή οικονομική κρίση που κατέληξε κανονικότητα, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση, ο ερχομός της Χρυσής Αυγής στο προσκήνιο, το Διαδίκτυο, τα θέματα ασύλου και Παιδείας, η οργή και η προβοκάτσια, η «ακατανόητη» νέα γενιά, η νέα (έκτη;) γενιά τρομοκρατών, η αστυνομική βία, ο συνήγορος του Κορκονέα που κατά τη δίκη δήλωσε «όλα είναι δυστυχώς μια παρεξήγηση»... Δυστυχώς, τα διαθέσιμα αναλυτικά εργαλεία δεν στάθηκαν ικανά να αποκωδικοποιήσουν τίποτε από όσα βρίσκονταν εκεί και τελικώς ο χειμώνας του 2009 διήρκεσε πολύ περισσότερο, ίσως μέχρι σήμερα.
Ακόμη και αν κάποιος αποδέχεται οποιαδήποτε από τις θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφόρησαν και ακόμη κυκλοφορούν, εξακολουθεί να πλανάται ένα αναπάντητο ερώτημα. Το επισήμανε ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος σε άρθρο του εκείνης της περιόδου («Νέες εποχές», 14.12.2008): «Γιατί δεν υπήρχε σεβασμός προς τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία;». Και επιχείρησε να το απαντήσει: «Το ερώτημα ηχεί συντηρητικά, ίσως ως αφελής αμερικανικός ιδεαλισμός, αλλά η φράση-κλειδί είναι "ο σεβασμός δεν είναι χάρισμα, αλλά μια αμοιβαία υποχρέωση που μαθαίνεται". Το να επικαλείσαι τον σεβασμό από καθέδρας χωρίς να μάθεις να σέβεσαι έμπρακτα κοινούς κανόνες είναι υποκριτικό. (...) Τα παιδιά που πετροβολούσαν βιτρίνες, πετροβολούσαν και τους γονείς τους και τις συμπεριφορές τους. Δεν έκαναν κάτι διαφορετικό απ' ό,τι τους δίδαξαν: την έλλειψη σεβασμού». Καλή μας επέτειο.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015
www.tovima.gr