Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Εικόνα
1
14:09 | 27/09/2022

Ολα ξεκίνησαν με την ανάρτηση αγγελίας στο Διαδίκτυο. Ο ιδιοκτήτης μιας εταιρείας ελαστικών στην Αττική πουλούσε έναντι 11.600 ευρώ ένα φορτηγό Mercedes-Benz δεκαετίας. Δεν άργησε να εμφανιστεί ενδιαφερόμενος. Τον Μάιο του 2019 του τηλεφώνησε κάποιος που συστήθηκε ως κρεοπώλης από το Ξυλόκαστρο Κορινθίας. Τον ρώτησε μόνο εάν το όχημα μπορούσε να μετασκευαστεί σε ψυγείο και συμφώνησαν στην αποστολή προκαταβολής. Μέσα στις επόμενες 48 ώρες ακολούθησε μια αλληλουχία παράξενων τραπεζικών κινήσεων και επίμονων τηλεφωνικών οχλήσεων από τον υποψήφιο αγοραστή αλλά και συνεργούς του, οι οποίες κλιμακώθηκαν σε απειλές. Οταν επέστρεψε από τις διακοπές του καλοκαιριού, ο πωλητής του φορτηγού βρήκε τους τραπεζικούς λογαριασμούς του μπλοκαρισμένους. Ακόμη και εκείνους στους οποίους ήταν συνδικαιούχος. «Νόμιζα ότι με είχαν χακάρει», λέει.

Ωσπου διαπίστωσε ότι ήταν κατηγορούμενος για συμμετοχή σε μια πολυπρόσωπη εγκληματική οργάνωση, η οποία χρησιμοποιούσε έναν συνδυασμό τηλεφωνικής και ηλεκτρονικής απάτης, έχοντας θύματα σε κάθε άκρη της Ελλάδας και λεία που ξεπερνάει τις 140.000 ευρώ. Τρία χρόνια μετά, κι ενώ εκκρεμεί ακόμη η έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ο ιδιοκτήτης της εταιρείας ελαστικών υποστηρίζει ότι είναι θύμα πλεκτάνης. Επισημαίνει ότι οι δράστες εν αγνοία του επιχείρησαν να τον μετατρέψουν σε «money mule», δηλαδή να χρησιμοποιήσουν τον τραπεζικό λογαριασμό του ως ενδιάμεσο σταθμό για τη μεταφορά κλοπιμαίων ώστε να θολώσουν τα ίχνη τους. Η ιστορία που παρουσιάζει η «Κ» είναι διδακτική όχι μόνο για την ευρηματικότητα των δραστών και για το πόσο εύκολα μπορούν να ξεγελασθούν πολίτες, αλλά και για το πώς από το πουθενά ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να παρασυρθεί στη δίνη μιας απάτης.

Διαβάστε επίσης

Η προκαταβολή που είχε συμφωνηθεί για να κλείσει η συμφωνία της πώλησης του φορτηγού δεν θα ξεπερνούσε τα 500 ευρώ. Ο ιδιοκτήτης του οχήματος, όμως, είδε ότι τελικά πιστώθηκε σε εταιρικό λογαριασμό του το ποσό των 2.990 ευρώ από κάποια επιχείρηση οικοδομικών υλικών στη Ροδόπη με την οποία δεν είχε προηγούμενη επικοινωνία. Αμέσως μετά τη μεταφορά των χρημάτων, τον κάλεσε ο απατεώνας. Του είπε ότι η κατάθεση είχε γίνει μέσω μιας άλλης εταιρείας που του χρωστούσε χρήματα και επικαλούμενος διάφορους λόγους ζητούσε να συναντηθούν για να του επιστραφεί μέρος του ποσού που είχε πιστωθεί. Ο ιδιοκτήτης του φορτηγού υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Εσπευσε αρχικά στο Τμήμα Ασφαλείας της περιοχής του, όπου ο αξιωματικός υπηρεσίας του ανέφερε ότι «δεν ήταν σαφές ποιο αδίκημα είχε τελεστεί» και τον συμβούλευσε να επιστρέψει το ποσό στον αποστολέα. Την επόμενη ημέρα επικοινώνησε με την εταιρεία στη Ροδόπη. «Είμαστε εντάξει, δεν πρέπει να τα επιστρέψεις», φέρεται να του είπε η ιδιοκτήτρια. Αργότερα θα αποδεικνυόταν από την αστυνομική έρευνα ότι και αυτή ήταν θύμα της ίδιας απάτης.

Το κόλπο του υβριδικού ξεπλύματος-1

Ο κύκλος της εξαπάτησης

Στις 14 Μαΐου 2019 η ιδιοκτήτρια της εταιρείας οικοδομικών υλικών στη Ροδόπη δέχτηκε το τηλεφώνημα κάποιου αγνώστου. Της συστήθηκε ως φαρμακοποιός χρησιμοποιώντας τα πραγματικά στοιχεία ιδιοκτήτη φαρμακείου στην ίδια πόλη. Παρήγγειλε υλικά αξίας 332 ευρώ και ζήτησε να πληρώσει μέσω τραπεζικού εμβάσματος. Επειτα της έστειλε διαδικτυακά μια πλαστή απόδειξη πληρωμής 3.320 ευρώ. Κάλεσε ξανά την εταιρεία οικοδομικών υλικών, προσποιήθηκε ότι είχε κάνει λάθος στη συναλλαγή και ζήτησε να του επιστραφεί η διαφορά δίνοντας το IBAN του ιδιοκτήτη της εταιρείας ελαστικών στην Αττική, ο οποίος είχε αναρτήσει στο Διαδίκτυο λίγες ημέρες νωρίτερα μια αγγελία για την πώληση του φορτηγού του.

Την επόμενη ημέρα ο δράστης της τηλεφώνησε ξανά και επανέλαβε τον ίδιο κύκλο εξαπάτησης, επιδεικνύοντας άλλη πλαστή απόδειξη. Δεν σταμάτησε εκεί. Επιχείρησε να παραπλανήσει το θύμα του και τρίτη φορά στέλνοντας εκ νέου πλαστό αποδεικτικό πληρωμής. Για να προσδώσει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο εγχείρημα έφτιαξε ένα email που παρέπεμπε σε φαρμακοποιό με πρώτο συνθετικό τη λέξη «farmakip». Τότε, όμως, έγινε αντιληπτός και το θύμα προσέφυγε στις αστυνομικές αρχές. Στο μεταξύ, ο δράστης είχε καταφέρει να αποσπάσει συνολικά 5.874 ευρώ.

«Παράθυρο ευκαιρίας»

Από την αστυνομική έρευνα που ακολούθησε συσχετίσθηκαν παρόμοιες καταγγελίες ανά την Ελλάδα. Ιδιοκτήτες ζαχαροπλαστείων στην Ηγουμενίτσα και την Κομοτηνή, επιχειρήσεων με οικοδομικά υλικά στην Κω και στο Κιλκίς, αλλά και πολίτες που αναρτούσαν αγγελίες πώλησης αντικειμένων ή υπηρεσιών στο Διαδίκτυο είχαν προσεγγιστεί ή εξαπατηθεί από μέλη της ίδιας ομάδας, τα οποία υποδύονταν τους αγοραστές. Οι δράστες φρόντιζαν η υποτιθέμενη συναλλαγή να γίνεται από διαφορετική τράπεζα σε σχέση με εκείνη του θύματος, ώστε να εκμεταλλεύονται τη διαδικασία «Valeur», βάσει της οποίας το ποσό δεν πιστώνεται αμέσως, αλλά συνήθως σε διάστημα δύο ημερών.

Οσο διαρκούσε αυτό το «παράθυρο» των 48 ωρών έστελναν στα θύματά τους, συνήθως μέσω της εφαρμογής Viber, πλαστά αποδεικτικά κατάθεσης χρημάτων. Σε αυτά σημείωναν ποσό μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν και έπειτα απαιτούσαν την επιστροφή της διαφοράς, καταφέρνοντας να παραπλανήσουν αρκετούς πολίτες. Υπήρχαν πάντως και ορισμένοι που δεν έπεσαν στην παγίδα τους. Δεν βιάστηκαν, παρά την τηλεφωνική πίεση, και περίμεναν να περάσει χρόνος μέχρι να δουν ότι δεν είχε πιστωθεί κανένα ποσό στον λογαριασμό τους.

Τα κυκλώματα στη Νέα Κίο

Η εγκληματική ομάδα, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, ήταν ενεργή τουλάχιστον από το 2018. Ο φερόμενος ως επικεφαλής χαρακτηρίζεται από τις αστυνομικές αρχές άτομο με «μεγάλο εύρος τεχνασμάτων». Δεν έκρυβε την πραγματική του ταυτότητα μόνο από τα θύματά του, αλλά και από τα μέλη που βρίσκονταν στις κατώτερες βαθμίδες του κυκλώματος. Εχει πλούσιο ποινικό παρελθόν, καθώς εις βάρος του έχουν σχηματιστεί αρκετές δικογραφίες για κλοπή, ληστεία, πλαστογραφία και απάτη από το 2013 κι έπειτα στην Αττική, τη Μεσσηνία και την Κορινθία.

Οι δράστες χρησιμοποιούσαν τηλεφωνικούς αριθμούς «μίας χρήσης», με κάρτες SIM οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ονόματα Πακιστανών ή Ινδών υπηκόων. Ηταν τόσο πολλές οι κλήσεις που πραγματοποιούσαν καθημερινά, ώστε οι αστυνομικοί συμπέραναν ότι τα μέλη του κυκλώματος δεν έκαναν οποιαδήποτε άλλη εργασία για βιοπορισμό.

Διαπιστώθηκε από την αστυνομική έρευνα ότι η βάση τους βρισκόταν στη Νέα Κίο, μια κωμόπολη στον Αργολικό κόλπο, έξι χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Ναυπλίου. Στο ίδιο μέρος λίγους μήνες αργότερα εξαρθρώθηκε και άλλη εγκληματική ομάδα που ακολουθούσε παρεμφερή μεθοδολογία. Τα μέλη της καλούσαν πολίτες που είχαν αναρτήσει αγγελίες στις ιστοσελίδες car.gr, vendora.gr, xe.gr και στο Facebook. Παρίσταναν και αυτοί τους υποψήφιους αγοραστές και κατάφερναν να αποσπάσουν κωδικούς πρόσβασης στο e-banking, αριθμούς τραπεζικών καρτών και κωδικούς επιβεβαίωσης μίας χρήσης.

Για να κάμψουν την όποια καχυποψία των θυμάτων τους έστελναν και απατηλά SMS, στα οποία εμφανιζόταν ως αποστολέας κάποια τράπεζα και τους έπειθαν να μοιραστούν τους κωδικούς τους. Σε αυτό το κύκλωμα αποδίδονται 231 απάτες (εκ των οποίων οι 22 ήταν απόπειρες) και κέρδη άνω του 1,4 εκατ. ευρώ. Οι αστυνομικοί που ερεύνησαν τη συγκεκριμένη υπόθεση θεωρούν πιθανό τα θύματα της συγκεκριμένης ομάδας να είναι περισσότερα, διάσπαρτα και αυτά ανά την Ελλάδα. Εκτιμάται ότι για να εξαπατηθεί κάθε φορά ένα άτομο έπρεπε να συνεργαστούν τουλάχιστον τέσσερα μέλη του εγκληματικού δικτύου, στα οποία είχαν διανεμηθεί διακριτοί ρόλοι.

Τα «money mules»

Ενας από τους δράστες αναλάμβανε την τηλεφωνική παραπλάνηση και αλίευση των κωδικών, κάποιος συνεργός του μετέφερε τα χρήματα σε τρίτο μέλος που είχε διαθέσει τον τραπεζικό λογαριασμό του για τη διοχέτευση της λείας, και άλλο άτομο προχωρούσε στην ανάληψη των χρημάτων από ΑΤΜ και την παράδοσή τους σε κάποιον ανώτερο.

Απαραίτητος κρίκος στην αλυσίδα της απάτης τους ήταν μεσάζοντες, οι οποίοι λειτουργούσαν ως «money mules» («μουλάρια» μεταφοράς χρημάτων). Εναντι αμοιβής που ξεκινούσε από 500 ευρώ και μπορεί να έφθανε και τις 2.000 ευρώ διέθεταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους για την άμεση μεταφορά των κλοπιμαίων. Επειτα από κάθε ανάληψη οι δικαιούχοι αυτών των λογαριασμών δήλωναν απώλεια ή κλοπή της κάρτας τους για να μην κινήσουν υποψίες. Τουλάχιστον 192 κάτοχοι «επιχειρησιακών λογαριασμών» ταυτοποιήθηκαν από τους αστυνομικούς σε αυτή την απάτη. Σε περιπτώσεις που δεν ήταν εφικτό να στρατολογήσουν άμεσα κάποιον νέο κάτοχο τραπεζικού λογαριασμού, χρησιμοποιούσαν για τις μεταφορές τους λογαριασμούς άλλων ατόμων που μόλις είχαν εξαπατήσει.

Οι επικεφαλής και αυτού του κυκλώματος ήταν σεσημασμένοι. Είχαν κατηγορηθεί στο παρελθόν για ομοειδή αδικήματα. Με τα χρήματα που αποσπούσαν αγόραζαν ακριβά αυτοκίνητα, ηλεκτρονικές συσκευές ή ανακαίνιζαν τα σπίτια τους. Ορισμένα από τα βασικά μέλη αυτής της ομάδας αναζητούσαν να αγοράσουν διαμερίσματα ή επένδυαν μεγάλα ποσά σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος στη Νέα Κίο και την Τρίπολη. Ενα μέρος των εσόδων τους κάλυπτε και τα λειτουργικά κόστη τους, τα οποία λόγω της διαρκούς ανάγκης αγοράς νέων «επιχειρησιακών» τηλεφώνων και απόκτησης νέων πακέτων ανανέωσης χρόνου ομιλίας δεν ήταν αμελητέα.

«Οι πρώτοι που με κάλεσαν μιλούσαν άψογα, λες και διάβαζαν σενάριο»

«Στην αρχή το θεωρούσα φυσιολογικό. Εβαλα μια αγγελία στο car.gr για να πουλήσω ένα φορτηγό και με κάλεσε κάποιος που ήθελε να το αγοράσει», λέει ο ιδιοκτήτης της εταιρείας ελαστικών που βρέθηκε κατηγορούμενος ως μεσάζοντας σε μία από αυτές τις «υβριδικές» απάτες. Καθώς εκκρεμεί ακόμη η υπόθεσή του, μίλησε στην «Κ» ζητώντας να μη δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία του. «Στην πορεία, όμως, όταν αρνήθηκα να παίξω το παιχνίδι τους, άλλαξε η στάση τους. Πρέπει να μίλησα με τουλάχιστον τρία ή τέσσερα διαφορετικά άτομα που με καλούσαν για να τους συναντήσω και να επιστρέψω χρήματα που υποτίθεται ότι είχαν κατατεθεί εκ μέρους τους. Οι πρώτοι που με είχαν καλέσει μιλούσαν άψογα, λες και διάβαζαν κάποιο σενάριο. Στην πορεία, όσο δεν γινόταν αυτό που ήθελαν και πιέζονταν, διαπίστωνα ότι υπήρχαν κενά σε όσα έλεγαν», επισημαίνει.

Η εταιρεία του έχει συμπληρώσει σχεδόν τρεις δεκαετίες λειτουργίας. Ο ίδιος τονίζει ότι θα ήταν παράδοξη η οποιαδήποτε εν γνώσει του εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση, καθώς ο κύκλος εργασιών της επιχείρησής του φτάνει το μισό εκατομμύριο ευρώ ετησίως. Υποστηρίζει ότι δεν είχε κανένα λόγο να διακινδυνεύσει τη φήμη του για το οποιοδήποτε ποσό. Αρχικά θεώρησε ότι η εταιρεία οικοδομικών υλικών από την οποία του έγινε η κατάθεση συμμετείχε στο ίδιο κόλπο, αργότερα κατάλαβε ότι και αυτή ήταν θύμα της ίδιας υπόθεσης. 

Ακολούθησε εκείνες τις ημέρες και νέα κατάθεση 2.700 ευρώ σε λογαριασμό του από άλλη εταιρεία στη Σάμο, με την οποία δεν είχε καμία προηγούμενη επικοινωνία. Τους κάλεσε, όπως τονίζει, άμεσα και του ανέφεραν ότι το IBAN του είχε υποδειχθεί από κάποιον τρίτο. «Μάλλον έγινε λάθος», του είπαν, και άμεσα έδωσε εντολή επιστροφής του ποσού. Μετά την απολογία του στον ανακριτή αφέθηκε ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους και τώρα αναμένει την έκδοση σχετικού βουλεύματος για να δει εάν θα απαλλαγεί οριστικά από τις κατηγορίες. 

Πλέον είναι και πιο υποψιασμένος. Τον προηγούμενο μήνα, κάποιος άγνωστος κάλεσε στην εταιρεία του υποδυόμενος τον αγοραστή. Υποστήριξε ότι ήταν ξενοδόχος από την Πελοπόννησο. Ζήτησε από μια υπάλληλο το IBAN της εταιρείας για να καταθέσει το ποσό της παραγγελίας του και έπειτα πίεζε στο τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη να μοιραστεί τους τραπεζικούς κωδικούς του με την πρόφαση ότι κάπου «κολλούσε» η μεταφορά. «Δεν τον άκουσα. Οσο καθυστερούσα και φαινόταν ότι δεν με έπειθε, τόσο άρχιζε να χάνει τα λόγια του», λέει.

Γιάννης Παπαδόπουλος

kathimerini.gr

Policenet.gr © | 2022 Όροι Χρήσης.
developed by Pixelthis