Τον Ιανουάριο του 1974 τρεις κακοποιοί απέδρασαν από τις φυλακές Αλικαρνασσού στην Κρήτη.
Παρά το ανθρωποκυνηγητό, κατάφεραν κρυμμένοι - άγνωστο να μπούνε - στα αμπάρια πλοίου και κατέβηκαν στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί με την απειλή μαχαιριού ανάγκασαν οδηγό ταξί να τους πάει στη Χαλκίδα όπου είχαν κάποιον να τους κρύψει. Όταν έφτασαν όμως ''ο ανθρωπός τους'' δεν ήταν εκεί. Χτύπησαν τον ταξιτζή, του πήραν το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς τα Μεσόγεια, όπου σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής είχαν κάποιο κρησφύγετο.
Στη διαδρομή αφού κάποια στιγμή παράτησαν το ταξί γιατί και τέλειωσε η βενζίνη αλλά και θα είχε δοθεί σήμα από την καταγγελία του ταξιτζή, σταματούσαν σε ερημικά σπίτια, όντας χειμώνας αλλά και οι περιοχές τότε ήταν αραιοκατοικημένες, και τα λήστευαν. Τρόφιμα για να φάνε, αντικείμενα που θα μπορούσαν να πουλήσουν στη ''μαύρη αγορά'' και ό,τι είχε κάποια αξία. Στη συνέχεια τους έβαζαν φωτιά. Ωρωπός, Μαρκόπουλο Ωρωπού, Χαλκούτσι, Δήλεσι και στη συνέχεια είτε πεζοί, είτε σε πάνω φορτηγά προσποιούμενοι τους εργάτες γης έφτασαν στο ''τόξο'' Νέα Μάκρη, Αγία Μαρίνα, Ζούμπερι, όπου κι εκεί ''χτυπούσαν'' ερημικά σπίτια.
Είχε φτάσει Μάρτιος και οι Διωκτικές Αρχές ήταν σε αδιέξοδο για τους ασύλληπτους δραπέτες εμπρηστές. Ώσπου η Ασφάλεια Ραφήνας είχε την ιδέα να στήσουν καρτέρι αστυνομικοί χωρισμένοι σε ομάδες των δύο σε διάσπαρτα σημεία, κοντά σε ερημικά σπίτια προς το Μάτι. Με το σκεπτικό ότι αυτή θα είναι η φυσική ροή της διαδρομής τους. Δυό νύχτες τους περίμεναν με υπομονή, ώσπου ''τους τσάκωσαν'' λίγη ώρα αφότου κατέβηκαν από ένα αγροτικό, φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους. Δεν αντιστάθηκαν στη θέα των όπλων.
Στη δίκη που ακολούθησε ο Εισαγγελέας ήταν ''καταπέλτης'' πέρα από την απόδραση, τον τραυματισμό του ταξιτζή και τις κλοπές, κυρίως για τους εμπρησμούς στα σπίτια των ανθρώπων. Που ήταν κυρίως εξοχικές κατοικίες ''χτισμένες με κόπο και οικονομίες μιάς ζωής'' όπως είπε χαρακτηριστικά στην αγορευσή του.
ΠΗΓΗ ΡΕΠΟΡΤΑΖ Αρχείο εφημερίδας ''η Ακρόπολις''
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ από το Μουσείο ιστορίας της Αστυνομίας