Δημοσίευση ανάρτησης του Αντιστράτηγου της ΕΛ. ΑΣ. ε.α. Νικόλαου Μπλάνη* που καταγράφηκε στη σελίδα του policenet.gr στο facebook
"ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ: Νομική φύση, ειδικές αρχές και συνέπειες στην υπηρεσιακή κατάσταση των αστυνομικών.
1. Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους. Το αστυνομικό της προσωπικό έχει ιδιαίτερη ιεραρχία αντίστοιχη της στρατιωτικής και δικούς της κανόνες πειθαρχίας. ΄Ολες οι Υπηρεσίες και το προσωπικό Ελληνικής Αστυνομίας τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την περιφρούρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, πάντοτε σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και τις εντολές της εκλεγμένης από το Λαό Κυβέρνησης (άρθρο 9 ν.2800/2000 και ήδη άρθρο 13 ν. 4249/2014).
2. Η νομική φύση της Αστυνομίας ως ένοπλου Σώματος Ασφαλείας με στρατιωτική οργάνωση, επιφέρει τις εξής συνέπειες ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση του "αστυνομικού προσωπικού" της:
α. Δεν προστατεύεται από την συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας και ούτε του παρέχεται το ένδικο βοήθημα της "προσφυγής" ενώπιον του Σ.τ.Ε. (άρθρο 103 παρ. 4, Συντ. και άρθρα 41 – 43, π.δ.18/1989).
Οι αστυνομικοί της Αστυνομίας Πόλεων θεωρούνταν πολιτικοί υπάλληλοι και υπάγονταν στη συνταγματική προστασία της μονιμότητας, ενώ της Χωροφυλακής θεωρούνταν στρατιωτικοί.
β. Υπόκειται περιορισμό έκφρασης των πολιτικών του πεποιθήσεων και απόλαυσης των πολιτικών του δικαιωμάτων, διότι "Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων … στα όργανα των σωμάτων ασφαλείας …" (άρθρο 29 παρ. 3 Συντ.) και οι "αξιωματικοί …. των σωμάτων ασφαλείας" υπάγονται σε δυσμενή εκλογική ρύθμιση και εκλογικά κωλύματα (άρθρο 56 παρ. 1 και παρ. 3 Συντ.)
γ. Απαγορεύεται η απεργία "με οποιαδήποτε μορφή … και σ΄ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας" (άρθρο 23 παρ. 2, β΄, Συντ).
δ. Το αστυνομικό προσωπικό υπέχει το καθήκον της υπακοής κατά την έννοια της "στρατιωτικής ιεραρχίας", δηλ. της σχεδόν απόλυτης υπακοής στις διαταγές των νόμιμων προϊσταμένων.
ε. Οι αξιωματικοί της Αστυνομίας υπάγονταν (έχει ήδη καταργηθεί με ν.3904/2010) στην ειδική δωσιδικία όπως προβλέπεται από τα άρθρα 111 και 112 του Κ.Π.Δ. (άρθρο 40 παρ. 2 ν.1481/1984).
3. Κατ΄ ακολουθία, το "αστυνομικό προσωπικό" έχει την "στρατιωτική" ιδιότητα ή αλλιώς η Αστυνομία "συνιστά στρατιωτική Υπηρεσία, οι δε ανήκοντες σ΄ αυτήν είναι όχι πολιτικοί αλλά στρατιωτικοί υπάλληλοι … ". (Σ.τ.Ε. 2649/1987) με την διπλή νομοθετική επιφύλαξη ή ασυνέπεια μεταξύ νομικής φύσης της Αστυνομίας και της ιδιότητας των οργάνων της αφενός και των αποτελεσμάτων που έπρεπε να συνεπάγεται αφετέρου. Διότι, οι "στρατιωτικοί" της Αστυνομίας :
α. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του Σ.Π.Κ. (όπως προηγούμενα υπάγονταν το αστυνομικό προσωπικό της Χωροφυλακής, άρθρα 1 παρ. 1. α΄ και 108 παρ. 1 και παρ. 4, ν.δ.3365/1955 και άρθρο 22 παρ. 2, Σ.Π.Κ.). Αντίθετα υπάγονται στα "κοινά ποινικά δικαστήρια" και εφαρμόζεται γι΄ αυτούς ο Κ.Π.Δ. (άρθρο 40 παρ. 1, ν.1481/1984).
Με άλλες λέξεις εφαρμόζεται το κοινό ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο και οι ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας που αφορά την Αστυνομία.
β. Υπάγονται σε ρυθμίσεις "στρατιωτικής" πειθαρχίας σε όση μόνο έκταση είναι νόμιμα δυνατή η λειτουργία του μηχανισμού της "τυφλής" υπακοής και στο πλαίσιο οργάνωσης της Αστυνομίας, τόσο από άποψη ποινικής όσο και πειθαρχικής ευθύνης του "αστυνομικού προσωπικού" της.
Συμπερασματικά, η Αστυνομία έχει τη νομική φύση "στρατιωτικής" Υπηρεσίας και το "αστυνομικό προσωπικό" της έχει τη "στρατιωτική" ιδιότητα εν μέρει ή αλλιώς κατά τρόπο ιδιόμορφο ή ιδιαίτερο, ακριβώς διότι η Αστυνομία αποτελεί "ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα".
4. Η νομολογία του Σ.τ.Ε. έκρινε ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν.1481/1984, " … η Ελληνική Αστυνομία πέρα από τα καθαρώς αστυνομικά της καθήκοντα, όπως και η καταργηθείσα με τον ίδιο ν.1481/1984 Χωροφυλακή έχει ευρύτερη αποστολή, βοηθητική των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και μετέχει ενεργώς στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας σε συνεργασία με αυτές ως εκ τούτου συνιστά στρατιωτική υπηρεσία, οι δε ανήκοντες σ΄ αυτήν είναι όχι πολιτικοί αλλά στρατιωτικοί υπάλληλοι, μη απολαύοντες την κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος προστασίας" (Σ.τ.Ε. 2649/1987).
Κατά τη μειοψηφήσασα όμως γνώμη " … η Ελληνική Αστυνομία, παρά το ότι αποτελεί ένοπλο σώμα και έχει ιδιαίτερη οργάνωση και πειθαρχία ανάλογη προς την των στρατιωτικών υπηρεσιών δεν είναι ούτε αποκλειστικά ούτε προεχόντως βοηθητικό σώμα των ενόπλων δυνάμεων, δεδομένου ότι τα κύρια καθήκοντά της είναι στο σύνολό τους καθαρώς αστυνομικά και δη σε καιρό ειρήνης, και επομένως αποτελεί πολιτική υπηρεσία του κράτους" (Σ.τ.Ε. 2649/1987).
Αντίθετα με το Σ.τ.Ε., ο εισαγγελέας του Α.Π. γνωμοδότησε, ότι οι ιδιότητες της Αστυνομίας "στρατιωτική οργάνωση, ιεραρχία και πειθαρχία", "μόνες τους αυτές χωριστά ή και σε συνδυασμό μεταξύ τους, δεν μπορούν να προσδώσουν στην Αστυνομία τη στρατιωτική ιδιότητα, που είχε πριν η Χωροφυλακή, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1, ν.δ.3365/1955", διότι η αποστολή της "δεν συμπίπτει με την αποστολή του Στρατού ….".
5. Η αστυνομική δράση του προσωπικού της Αστυνομίας, διέπεται από τις εξής πρόσθετες θεμελιώδεις ειδικές αρχές, οι οποίες περαιτέρω προσδιορίζουν το περιεχόμενο και την έκταση της αρμοδιότητας των επεμβάσεών της, δηλ. τα όρια τούτων.
α. Της "πρόληψης" και της "καταστολής" των παράνομων ενεργειών των προσώπων, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις περιπτώσεις (βλ. και άρθρο 9 παρ. 2 ν.2800/2000). Βέβαια η πρόληψη προηγείται αξιολογικά από την καταστολή, διότι έτσι επαληθεύεται, ιδίως, η αποστολή της Αστυνομίας και φυσικά του Υ.Δ.Τ. "Να κατοχυρώνει και να διατηρεί τη δημόσια τάξη" και "Να προστατεύει τη δημόσια και κρατική ασφάλεια" (άρθρο 1 α΄ και β΄ ν.2800/2000). Διότι, η "διατήρηση" και η "προστασία" προϋποθέτουν, λογικά, την εκτεταμένη πρόληψη.
β. Της "διαρκούς ετοιμότητας" όλων των Υπηρεσιών και του προσωπικού του Υ.Δ.Τ., για την επιτέλεση του έργου ή της αποστολής της "πρόληψης" και της "καταστολής" (άρθρο 9 παρ. 2 ν.2800/2000).
Ο όρος "διαρκής ετοιμότητα", που είναι αυτονόητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των αστυνομικών Υπηρεσιών, σημαίνει την αδιάκοπη και συνεχή δυνατότητα αστυνομικής επέμβασης, σε όλη την ελληνική επικράτεια (εκτός αν βάσει ρητών διατάξεων αποκλείεται η αρμοδιότητα της Αστυνομίας) και ανεξάρτητα από χρονικό περιορισμό, δηλ. όλες τις ημέρες και όλες τις ώρες. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε : " Στις 168 ώρες, που έχει η εβδομάδα, μόνο 36 ώρες δουλεύει ο δημόσιος τομέας και τις υπόλοιπες ώρες δουλεύουν μόνο τα Αστυνομικά Τμήματα …" (Πρακτικά, 1328 – Κ. Σαψάλης).
Η "διαρκής ετοιμότητα" εκφράζει, κατ΄εξοχή, την αρχή της "συνέχειας" του Κράτους και της εξουσίας του, αλλά και την αρχή της "αυτοσυντήρησής" του.
γ. Η αρχή της "διαρκούς ετοιμότητας" συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται από την αρχή της διαρκούς, θα μπορούσε να πει κανείς, "διατεταγμένης υπηρεσίας". Πραγματικά, ο νόμος ορίζει τα εξής : "Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους" (άρθρο 9 παρ. 2, β, ν.2800/2000). Η διάταξη αυτή γεννά ορισμένους προβληματισμούς. Ειδικότερα, παρατηρούμε τα εξής :
(1) Θεσπίζει πλασματική υπηρεσιακή κατάσταση, διότι ορίζει ότι "θεωρείται" και έτσι εξομοιώνει την εκτός Υπηρεσίας δράση του προσωπικού με "διατεταγμένη υπηρεσία".
(2) Η εν λόγω πλασματική εξομοίωση αναφέρεται σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της ζωής του "προσωπικού" (δηλ. άσχετα αν βρίσκεται στο ωράριο εκτέλεσης των καθηκόντων του ή εκτός αυτού) και σε οποιοδήποτε τόπο (δηλ. άσχετα αν βρίσκεται στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ή εκτός αυτής).
(3) Η πλασματική εξομοίωση λαμβάνει χώρα κατά περίπτωση ("σε κάθε περίπτωση") που καθίσταται "αναγκαία" η επέμβαση του "προσωπικού". Κατ΄ ακολουθία, δικαιολογείται, ως υποχρέωση και ως δικαίωμα επέμβασης, μόνο όταν είναι "αναγκαία", δηλ. απαραίτητη για την πρόληψη ή την καταστολή παράνομης ενέργειας ή παράλειψης.
Ασφαλώς, η "παρέμβαση" πρέπει να είναι "αναγκαία" στο πλαίσιο μόνο των υπηρεσιακών καθηκόντων του οργάνου ή και τούτων.
(4) Την ανάγκη, το χρονικό σημείο, τη διάρκεια και τον τρόπο της επέμβασης θα κρίνει και θα επιλέξει με προσωπική του ευθύνη το όργανο της Αστυνομίας. Με άλλες λέξεις, το όργανο που βρίσκεται εκτός Υπηρεσίας, θα αποφασίσει, με βάση τα πραγματικά γεγονότα της "κάθε περίπτωσης", αν είναι "αναγκαία" η επέμβασή του και σε καταφατική κρίση θα υπαγάγει πλασματικά" ("θεωρείται") τον εαυτό του στο καθεστώς της "διατεταγμένης υπηρεσίας", καίτοι στην πραγματικότητα βρίσκεται εκτός Υπηρεσίας και από ουδένα τρίτο έλαβε σχετική διαταγή για να επέμβει.
Εύστοχα είχαν επισημανθεί κατά τη συζήτηση του ν.1481/1984 στη Βουλή τα εξής :
"Το ''θεωρείται", κύριε Πρόεδρε, είναι μία νομική κατασκευή και αρκετά ασαφής, και από την ασάφειά της εγκυμονούνται κάποιοι κίνδυνοι. Η κατασκευή αυτή προβλέπεται σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή του. ΄Εχω μία αντίρρηση για το "καθίσταται αναγκαία". Ερωτώ κατά την κρίση τίνος ; Του αστυνομικού ή κατά την κρίση της προϊσταμένης αρχής ; Εάν μεν κατά την κρίση του αστυνομικού, υπάρχει ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας. Εάν κατά την κρίση της προϊσταμένης αρχής, τότε δεν καθίσταται αλλά αποφασίζεται σε διατεταγμένη υπηρεσία" (Πρακτικά, 1457 – Σ. Καλούδης).
Η διάταξη της πλασματικής εξομοίωσης, κατ΄ αρχή κρίνεται θετική. Η αξία της όμως θα αποδειχθεί, έμπρακτα, από την υλοποίησή της υποχρέωσης του "προσωπικού" της Αστυνομίας να ενεργεί "πάντοτε σύμφωνα με τους νόμους και τις εντολές της εκλεγμένης από το λαό Κυβέρνησης" ή αλλιώς να πραγματώνει τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της νομιμότητας. Η έκταση της ευθύνης που ανέθεσε ο νόμος στα όργανα της Αστυνομίας είναι τεράστια. ΄Ετσι, είναι απαραίτητη η επιείκεια των προϊσταμένων της, των πολιτών και τελικά του δικαστή.
(5) Τέλος, η "παρέμβαση" του οργάνου ως τελούντος, κατά πλάσμα του νόμου, σε "διατεταγμένη υπηρεσία" προϋποθέτει την προηγούμενη ή την ταυτόχρονη γνωστοποίηση ή δημοσιοποίηση της αστυνομικής του ιδιότητας.
6. Η πλασματική "διατεταγμένη υπηρεσία" των οργάνων της Αστυνομίας, συνεπάγεται, όσο χρόνο διαρκεί η "αναγκαία παρέμβαση" (άρθρο 9 παρ. 2, β΄ ν.2800/2000), τις ακόλουθες νομικές συνέπειες :
α. Το όργανο υπέχει ποινική, πειθαρχική και αστική προσωπική (όπου ρητά καθιερώνεται) ευθύνη.
β. Οι διοικούμενοι υπέχουν ποινική ευθύνη, λ.χ. για απείθεια ή αντίσταση (άρθρα 169 και 167, Π.Κ.), αλλά και αστική (άρθρο 914 επ. Α.Κ.) απέναντι στο αστυνομικό όργανο και στο Κράτος.
γ. Τα όργανα άλλων δημόσιων Αρχών υπέχουν ποινική και πειθαρχική ευθύνη ιδίως όταν ρητά αρνηθούν ή αδρανήσουν να παράσχουν "συνδρομή".
δ. Το Κράτος υπέχει αστική ευθύνη απέναντι στους διοικούμενους οι οποίοι τυχόν υπέστησαν ζημία λόγω παράνομης πράξης ή παράλειψης, δηλ. λόγω της "παρέμβασης" του οργάνου. Διότι, η κατάσταση της πλασματικής "διατεταγμένης υπηρεσίας" σημαίνει ότι τα όργανα ενήργησαν "κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί" (άρθρο 105, Εισ. ΝΑΚ).
7. Εάν η συμμόρφωση του οργάνου που βρίσκεται εκτός υπηρεσίας γεννά ορισμένα προβλήματα, η άρνηση (ρητή ή σιωπηρή) του να συμμορφωθεί με το πρόσθετο και διαρκές καθήκον που επιβάλλει η πλασματική "διατεταγμένη υπηρεσία", γεννά ακόμη περισσότερα.
Κατ΄ ακολουθία, αν αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι το όργανο δεν εκτέλεσε το καθήκον του παρόλο ότι συνέτρεχαν σαφώς και αντικειμενικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις τότε στοιχειοθετείται αφενός πειθαρχική ευθύνη ή και ποινική ευθύνη (κυμαινόμενη από την παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ., μέχρι τα εγκλήματα παράλειψης κατά τα άρθρα 14, 288 και 307 Π.Κ.) και αφετέρου αστική ευθύνη του Κράτους απέναντι στους τρίτους. Διότι, η μη εκτέλεση του εν λόγω καθήκοντος συνιστά "παράνομη" παράλειψη του οργάνου (βλ. Α.Ι.Τάχο, ο.π. σελ.145 επ.). Ειδικότερα, η πειθαρχική ευθύνη μπορεί να εμφανισθεί, ενόψει της ενδεικτικής απαρίθμησης των πειθαρχικών "παραπτωμάτων", ως "κάθε παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τους νόμους ….." και "η βαρειά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση" και "… γενικά η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων" σε συνδυασμό με τη γενική έννοια του όρου "πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρα 4, 10 παρ. ιγ΄, 11 περ. η΄, 13 περ. κα΄ π.δ.120/2008)."
* Νικόλαος Μπλάνης Αντιστράτηγος της ΕΛ. ΑΣ. ε.α. Επίτιμος προϊστάμενος του Κλάδου Οργλανωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού/Α.Ε.Α./Υ.Δ.Τ. και Πτυχιούχος Νομικής Σχολής